Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2025

Η παγκόσμια ιστορία είναι η δική σου ιστορία!

 

Η παγκόσμια ιστορία, οι ιστορίες των εθνών και των κρατών διαπλέκονται αδιάκοπα με τον ατομική και την οικογενειακή μας ιστορία, επειδή τα μεγάλα γεγονότα του κόσμου επηρεάζουν και τις ατομικές μας επιλογές. Ο καθένας από μας κουβαλά μέσα του ένα κομμάτι από τη συλλογική μνήμη που μεταμορφώνεται σε προσωπικό βίωμα, μέσα από τις αφηγήσεις των προγόνων μας, τα τραύματα και τις ελπίδες που μας κληροδότησαν. Έτσι, οι πόλεμοι, οι μετακινήσεις, οι κοινωνικές αλλαγές και οι πολιτισμικές ζυμώσεις δεν παραμένουν απλώς σελίδες των βιβλίων της ιστορίας, αλλά γίνονται συναισθήματα, εικόνες και εμπειρίες που καθορίζουν το πώς βλέπουμε τον κόσμο και τον εαυτό μας. Μέσα από αυτή τη συνεχόμενη ανταλλαγή ανάμεσα στο συλλογικό και το προσωπικό, η ιστορία παύει να είναι κάτι μακρινό και αποκτά ανθρώπινο πρόσωπο: γίνεται η ιστορία όλων μας και ταυτόχρονα η ιστορία του καθενός ξεχωριστά.

 Οι μαθητές και οι μαθήτριες της Γ΄ τάξης του Γυμνασίου Ζαχάρως καταγράφουν τις δικές τους μοναδικές ιστορίες και αποδεικνύουν τη σύνδεση ανάμεσα στο ατομικό και το συλλογικό! 


Νικολίτσα Σεβαστιάδη: Ένα ιστορικό γεγονός

          Πέρσι κατά την διάρκεια της κατάθεσης των στεφάνων του σχολείου μας στο ιερό της πόλης ένα από τα ονόματα των πεσόντων ήταν ίδιο με το όνομα του παππού μου. Από εκείνη την στιγμή και μετά στόχος μου ήταν να ρωτήσω την γιαγιά μου πληροφορίες σχετικά με το όνομα αυτό. Για καλή μου τύχη, η γιαγιά γνώριζε πως αυτός ήταν ένας από τα αδέλφια του προπάπου μου «Σπυρίδων Βορβυλάς». Πιο συγκεκριμένα ο πατέρας του παππού μου είχε τρείς αδελφές και δύο αδελφούς. Όλοι μαζί ζούσαν στην Ζαχάρω και ασχολούνταν με την γεωργία. Όμως ξέσπασε ο πόλεμος στην μικρά Ασία και η Ελλάδα έστειλε στρατό για να προστατέψει τους Έλληνες που ζούσαν εκεί. Και κάπως έτσι, ο Σπυρίδων, ο μεγαλύτερος από τα αδέλφια επιστρατεύτηκε μαζί με άλλους κατοίκους της Ζαχάρως. Από εκείνη  την στιγμή και μετά ξεκίνησε ένας γολγοθάς προκειμένου προκειμένου να τον εντοπίσουν. Τότε τα μέσα επικοινωνίας ήταν ελάχιστα και συνήθως τα νέα μεταφέρονταν από στόμα σε στόμα. Η μοναδική πληροφορία που έφτασε στην οικογένεια ήταν πως βρισκόταν σε ένα στρατόπεδο στην Σμύρνη και μετά από μια γενναία μάχη των Ελλήνων απέναντι στους Τούρκους τα ίχνη του χάθηκαν. Για αρκετό καιρό μετά την λήξη του πολέμου οι γονείς του και τα αδέλφια του έκαναν προσπάθειες να τον βρουν, αλλά ήταν μάταιες και χρονοβόρες, γιατί οι οικογένειες ήταν χιλιάδες. Το Κράτος εκείνη την εποχή αναζητούσε τρόπους για να εγκαταστήσει τους πρόσφυγες στην Ελλάδα και δεν ασχολούνταν με τους αγνοούμενους. Μάλιστα πολλές οικογένειες δημοσίευαν αγγελίες σε εφημερίδες ζητώντας πληροφορίες για τους δικούς τους ανθρώπους. Πολλοί μάλιστα κατέβαιναν στα λιμάνια της χώρας και ρωτούσαν τους συμπολεμιστές ή τους τραυματίες που είχαν καταφέρει να σωθούν  και μέσα από τον Ερυθρό Σταυρό. Όμως ακόμα και σήμερα όλες οι προσπάθειες για τον εντοπισμό του ήταν άκαρπες. Βέβαια εγώ και ο θείος μου ακόμα και τώρα αναζητούμε τρόπους και στοιχεία για να φτάσουμε στην αλήθεια.      

                                                                                           Νικολίτσα Σεβαστιάδη, μαθήτρια του Γ3

Αφροδίτη Ζαφειράκη-Θωμοπούλου

(Έγραψα τα λόγια της όπως τα είπε)


《Το 1947 έγινε εδώ πέρα η μάχη στη Ζαχάρω. Έγινε δύο φορές κιόλας, όχι μια και σκοτώθηκαν πολύ χωροφύλακες. Είδες στην Ζαχάρω, όπως μπαίνουμε μέσα στο νεκροταφείο που έχουν τους χωροφυλάκους όλους χώρια βαλμένους. Όλο αστυνόμοι ήταν εκεί μέσα.

Ρίχνανε ντουβεκειές, πέρναγαν τα αεροπλάνα και οι αντάρτες, και μετά που τους κυνηγάγανε εδώ πέρα στην Ζαχάρω, έφτασε ο Ζάρρας από πάνω από την Σμέρνα, αυτός ήταν αξιωματικος, δεν ήταν απλός φαντάρος, και κατέβηκε και τους έδιωξε τους αντάρτες απο κει μέσα. 

Και μετά αυτοί βγήκαν στα χωριά και επιτάξανε ζώα από τους πολίτες. Ήρθαν και στο σπίτι το δικό μας και ζητάγανε το άλογο μου. Την μάνα μου την επιτάξανε εν τέλη, την πήρανε μαζί με το άλογο και τα βάλανε για τους τραυματίες. Είχαν πολλούς τραυματίες, ήσαντε κουράφαλο γινομένοι, πολυ πληγωμένοι όλοι τους.

Και πριν φύγουνε τι κάνανε, φέρανε ξύλα από έξω, όπως είχαμε αγκαλιές ξύλα έξω στην αυλή και τα πετάξανε στο σπίτι να μας βάλουν φωτιά, να κάψουν το σπίτι. Πήγαν να βάλουν φωτιά γιατί ξέρανε ότι ήταν φαντάρος ο αδερφός μου πάνω στην βόρεια Ελλάδα. 

Εν τέλη την πήραν την μάνα μου και της φωνάζανε "Που είναι ο άντρας σου;" και έλεγε η μάνα μου, ότι τον έχετε πάρει, είναι πάνω στα βουνά και πολεμάει. Τι να τους έλεγε, ότι είναι κρυμμένοι;

Επιτάξανε στο χωριό, στα Ροδινά πάρα πολλά αλογα. Δεκαεπτά άλογα πήρανε και πήγανε από πίσω και μερικοί άνθρωποι εκεί, πήγε και η συγχωρεμένη η μάνα μου.

Εν τέλη την πήρανε την μάνα μου, την βάλανε με τους τραυματίες πάνω στο άλογο και το τραβάγανε το άλογο και το τραβάγανε. Περάσανε μέσα στον Αλφειό. 

Πήγαν πολύ μακριά και περπατάγανε, περπατάγανε, περπατάγανε, περάσανε δίπλα στην όχθη, στον Αλφειό, η τοποθεσία αυτή λεγόταν Καπηλη και εκεί που πέρναγαν η μάνα μου τι έκανε, για να θυμηθεί αν θα γυρίσουνε ξανά, τράγαβε φύλλα και τα ξεφλούδαγε έτσι από τα δέντρα για να φαίνεται εκεί που θα περάσανε. 

Κάνανε στάση. "Εμεις δεν μπορούμε τώρα να γυρίσουμε;", τους λένε τους αντάρτες, "όχι", λέει, "εσείς έχετε καιρό ακόμη", τους είπαν. Ήθελαν να πάνε ακόμα πιο ψηλά. 

Προχωρήσανε, φτάσανε σε ένα μέρος εκεί πέρα, χωριό δεν ξέρω τι ήταν και εκεί είχαν ετοιμάσει, είχαν σφάξει ζώα, αρνιά, κατσίκια, ζώα διάφορα και είχαν βάλει καζάνια πάνω και βράζανε τα κρέατα για να φάνε. Κομματάρες ολόκληρες όχι μεριδούλες. Δεν τους ένοιαζε, ήταν ξένα τα ζώα, όχι δικά τους. 

Δεν τους δώσανε, είπε η μάνα μου, ένα κομματάκι κρέας για το περπάτημα και καποια στιγμή μετά τους διώξανε. 

Και γυρίσανε. Ηταν δυο-τρεις που πήγαν μέχρι τέρμα και καβάλησαν δεκαεπτά ζώα, το ένα πίσω από το άλλο, μόνα τους. Και όταν περάσανε, εκεί που καβάλησε η μάνα μου την φοράδα, εκεί που καβάλησε πάλι, πήγαινε μόνη της. Ένα δρόμο παρακλάδι, τίποτα. Εκεί που περάσανε πρώτη φορά, ξαναπεράσανε. Εκεί που περάσανε στον Αλφειό, εκεί ακριβώς πήγανε και ξαναπεράσανε. Πήγε μέσα χωρίς δυσκολία, τα άλογα όλα πίσω το ένα το άλλο.

Και στον δρόμο που γυρίζανε έβγαινε κόσμος από τα χωριά που πέρναγαν και τους δίνανε ότι είχαν οι μαύροι. Τότε είχαν ποποτένιο ψωμί, κριθαρένιο, κάτι ξεροκόμματα. Και τα είχε βάλει, θυμάμαι, η μάνα μου στην ποδιά της και τα έφερε.》                                                                                                                                        Λυδία Τσούτα


Ένα σημαντικό γεγονός που επηρέασε βαθιά την ιστορία της οικογένειάς μας συνέβη κατά τη διάρκεια του πολέμου στη Μικρά Ασία, το έτος 1922. Το γεγονός αυτό άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στις ζωές των μελών της οικογένειας και διαμόρφωσε τις αξίες και τον τρόπο ζωής των επόμενων γενεών.

Κατά τη διάρκεια του πολέμου στη Μικρά Ασία, χάθηκε ο έφεδρος αξιωματικός των Ενόπλων Δυνάμεων, Ζαφειρόπουλος Γεώργιος, συγγενής εξ αίματος πρώτου βαθμού. Παρά τις συνεχείς προσπάθειες τόσο των οικείων του όσο και της πολιτείας, τα ίχνη του δεν εντοπίστηκαν ποτέ.
Μετά την απώλειά του, το βάρος της επιμέλειας και της ανατροφής των τριών ανήλικων τέκνων του, ηλικίας τεσσάρων ετών, δύο ετών και έξι μηνών, έπεσε στη νεαρή σύζυγό του, Ζαφειροπούλου Γεωργία, η οποία ήταν μόλις 25 ετών. Παρά τη φτώχεια και την πενιχρή σύνταξη που λάμβανε ως θύμα πολέμου, κατάφερε με μεγάλη δύναμη ψυχής να μεγαλώσει όχι μόνο τα παιδιά της, αλλά αργότερα και τα εγγόνια της.
Ιδιαίτερα δύσκολες ήταν και οι συνθήκες που αντιμετώπισε κατά τη διάρκεια της Κατοχής του 1940. Παρ’ όλες τις κακουχίες, μεγάλωσε την οικογένειά της με αγάπη, στοργή και αφοσίωση. Με τον τρόπο που αντιστάθηκε στις δοκιμασίες της ζωής, κατάφερε να μεταδώσει στα παιδιά και τα εγγόνια της αξίες όπως η αξιοπρέπεια, το ήθος και ο σεβασμός.
Φρόντισε, επίσης, για τη στοιχειώδη μόρφωσή τους, ώστε ο καθένας να μπορέσει, ανάλογα με τα προσόντα του, να προσφέρει στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο και να τύχει της ανάλογης καταξίωσης.

Συμπερασματικά, η ιστορία αυτή δείχνει ότι όσο μεγάλες κι αν είναι οι δυσκολίες που μπορεί να αντιμετωπίσει ένας άνθρωπος, με θέληση, υπομονή, αξιοπρέπεια και εργατικότητα μπορεί να αναγεννηθεί και να κάνει μια καινούργια αρχή. Παράλληλα, μπορεί να μεταλαμπαδεύσει στις επόμενες γενιές την ιστορία και το αξιακό σύστημα της οικογένειάς του.

Κωνσταντίνα Φωτοπούλου από Γεώργιο Ζαφειρόπουλο




Μια μνήμη που έχει μεταφερθεί από τη γενιά της μητέρας μου στη δικιά μου είναι όταν ο παππούς μου δούλευε ως σταθμάρχης στον σιδηροδρομικό σταθμό στον Αλφειό. Η μητέρα μου και τα αδέρφια της, μαζί με τη γιαγιά και τον παππού μου, ζούσαν στον σταθμό, κάτι που σημαίνει ότι η παιδική τους ηλικία μπορεί να χαρακτηριστεί από τον ήχο των τρένων και τις μεγάλες διαδρομές με αυτά, αφού τότε τα αυτοκίνητα δεν ήταν δεδομένα σε όλες τις οικογένειες. Εκείνες τις εποχές η επικοινωνία μέσω των τρένων και του σταθμάρχη γινόταν με κώδικα Morse και όχι με e-mails, επειδή αυτά δεν υπήρχαν ακόμα. Τότε τα τρένα χρησιμοποιούνταν από πολύ περισσότερα άτομα σε σχέση με σήμερα, όπου σχεδόν κανείς δεν ταξιδεύει με τρένο. Η δουλειά του σταθμάρχη ήταν μία από τις πιο σημαντικές, γιατί ήταν υπεύθυνος για τον χειρωνακτικό έλεγχο και την άμεση επίβλεψη. Τα βασικά καθήκοντά του ήταν η διαχείριση της κυκλοφορίας των τρένων, ο χειρισμός συστημάτων σηματοδότησης και κλειδιών που τότε χρησιμοποιούσε ο τοπικός πίνακας κλειδιών. Η επικοινωνία συνήθως γινόταν με ανταλλαγή γραπτών εντολών. Συνολικά, ο ρόλος απαιτούσε συνεχή εγρήγορση και προσωπική κρίση, καθώς πολλά συστήματα δεν ήταν αυτοματοποιημένα, καθιστώντας τον ανθρώπινο παράγοντα κεντρικό στην ασφαλή λειτουργία του σιδηροδρομικού δικτύου.

Ανέτα Φιλιπποπούλου
Γιώργος Φιλιππόπουλος

Ανέτα Φιλιπποπούλου
Γιώργος Φιλιππόπουλος

Καλλιόπη Χριστοδουλοπούλου


Είμαι ο Χότζα Βελαντίν και γεννήθηκα το 1977. Περίπου το 1944 ξεκίνησε η δικτατορία του Ενβέρ Χότζα στην Αλβανία. Η οικογένειά μου αποτελούνταν από 8 αδέρφια και τους γονείς μου. Ζούσαμε σε ένα μικρό χωριό, μακριά από πόλεις. Το μόνο που ήταν κοντά μας ήταν μια μικρή κοινότητα που είχε τα βασικά πράγματα που χρειαζόμασταν ως οικογένεια.

Η δικτατορία ήταν για εμάς, όπως και για πολύ κόσμο, ένα σκληρό πολιτικό σύστημα. Το καθεστώς αυτό πήρε με το «έτσι θέλω» την περιουσία του καθενός και την έκανε περιουσία του κράτους. Από τη μια μέρα στην άλλη, ο κόσμος βρέθηκε να δουλεύει για το κράτος στην ίδια του την περιουσία. Η εργασία ήταν υποχρεωτική για όλους και ο μόνος λόγος για να μη δουλέψει κάποιος ήταν με χαρτί γιατρού για κάποιο θέμα υγείας.

Οι ώρες εργασίας ενός αγρότη, όπως του πατέρα μου, ξεκινούσαν από τις 7 το πρωί έως αργά το βράδυ, χωρίς σταθερό ωράριο ή το γνωστό 8ωρο που ισχύει σήμερα. Όσο για την αμοιβή, δεν υπήρχε μισθός της ημέρας· βασιζόταν στην απόδοση και όχι στις ώρες. Ανάλογα με την απόδοση αντιστοιχούσε και ο μισθός. Η αμοιβή ήταν ελάχιστη, με αποτέλεσμα, όσο και να δούλευε κανείς, να μην έχει τη δυνατότητα να μεγαλώσει μια οικογένεια ευπρεπώς. Αυτό ήταν ένα μεγάλο πλήγμα για τους γονείς μας, που σε καθημερινή βάση έδιναν την ψυχή τους, αλλά ποτέ δεν ήταν αρκετό για να μας μεγαλώσουν με την άνεση που ήθελαν.

Όσο για το θέμα της εκπαίδευσης, ήταν κάτι υποχρεωτικό, από το προνήπιο έως την 3η Γυμνασίου. Η εκπαίδευση λειτουργούσε πολύ καλά και θεωρώ ότι, από αυτά που μας παρείχε αυτό το σύστημα, η εκπαίδευση και η ασφάλειά μας ήταν τα μοναδικά πλεονεκτήματα.

Επιπλέον, πάνω στο θέμα της εκπαίδευσης, δεν είχαν όλοι τη δυνατότητα να σπουδάσουν εξαιτίας των οικονομικών προβλημάτων που είχε η πλειοψηφία της χώρας. Ενώ πολλά παιδιά είχαν τις ικανότητες, δεν μπόρεσαν να σπουδάσουν εξαιτίας της πολιτικής, που ήταν έτσι δομημένη ώστε να αποτρέπει τους περισσότερους από το να σπουδάσουν. Όχι διότι χρειάζονταν πληρωμή για τα πανεπιστήμια, αλλά επειδή οι γονείς αναγκάζονταν να βάλουν τα παιδιά να δουλέψουν για να ανταπεξέλθουν οικονομικά.

Οι νόμοι της δικτατορίας ήταν αυστηροί. Ο κόσμος δεν είχε το δικαίωμα να εκφράσει αυτό που πίστευε· όλοι όφειλαν να συμφωνούν με ό,τι τους «σέρβιρε» το κράτος. Όποιος εξέφραζε αντίρρηση, κινδύνευε, ξεκινώντας από μια μικρή «μαύρη βούλα» στο ποινικό μητρώο του, έως και εξορία όλης της οικογένειας. Επιπλέον, υπήρχε και η φυλάκιση. Όποιος έβριζε αυτό το σύστημα της δικτατορίας έμπαινε φυλακή.

Άλλοι σοβαροί κανόνες ήταν η διανομή τροφής. Κάθε οικογένεια, αναλογικά με τα μέλη της, έπαιρνε και τα υποτιθέμενα τρόφιμα που είχε ανάγκη, τα οποία και πάλι δεν έφταναν.

Δεν μπορώ να μην αναφέρω ότι μου λείπει αυτή η σιγουριά και ασφάλεια που ένιωθα, καθώς δεν φοβόμουν τον διπλανό μου και δεν ανησυχούσα για το ποιος είναι και αν μπορεί να κάνει κακό.

Το 1990 το σύστημα της δικτατορίας φτάνει στο τέλος του. Επιτέλους ο κόσμος, μετά από τα 56 χρόνια που διήρκεσε η δικτατορία, είχε εξαγριωθεί τόσο πολύ, με αποτέλεσμα να ξεσηκωθούν και να καταστρέψουν το σύστημα αυτό και το άγαλμα που είχε χτιστεί στην πλατεία της πρωτεύουσας για τον δικτάτορα (στις 20/02/1991). Το άγαλμα είχε ύψος 20 με 25 μέτρα και ήταν φτιαγμένο από μπρούντζο (ένα τύπο χαλκού), μπετόν και έναν σκελετό από σίδερο (χάλυβα). Μαζί με την καταστροφή του αγάλματος καταστράφηκε και η δικτατορία.

Χότζα Δανάη Γ3

Τον Αύγουστο του 2007, η οικογένειά μου έμενε στο Λιβαδάκι Ολυμπίας. Εκείνη την περίοδο είχε γεννηθεί μόνο η αδερφή μου.
Στις 24 Αυγούστου του 2007, ο πατέρας μου δούλευε στο Χρυσοχώρι Ηλείας, κάτω από συνθήκες με πολύ δυνατούς ανέμους και υψηλές θερμοκρασίες. Βάφοντας το σπίτι μιας πελάτισσας, παρατήρησε στο απέναντι χωράφι μια ηλικιωμένη γυναίκα να προσπαθεί να σβήσει τη φωτιά που είχε πιάσει στο σπίτι της.
Η πρώτη κίνηση του πατέρα μου ήταν να καλέσει την Πυροσβεστική. Του απάντησε η Πυροσβεστική της Αμαλιάδας, διότι τα οχήματα της Πυροσβεστικής του Πύργου είχαν μεταφερθεί λόγω άλλης φωτιάς. Την ίδια στιγμή, έδινε πληροφορίες και τις συντεταγμένες για να έρθουν και να σβήσουν τη φωτιά. Λίγα λεπτά αργότερα, ήρθε ένα αεροπλάνο Καναντέρ (Canadair) και προσπάθησε να σβήσει τη φωτιά. Λόγω των δυνατών ανέμων, όμως, η φωτιά ξέφυγε εκτός ελέγχου. Εξαπλώθηκε με απίστευτη ταχύτητα, με αποτέλεσμα να εγκλωβιστούν πολλοί άνθρωποι, οι οποίοι κατέληξαν σε τραγικό θάνατο.
Ο πατέρας μου, βλέποντας την κατάσταση που επικρατούσε γύρω του, πήρε τους εργάτες του και τους πήγε στα σπίτια τους. Στη συνέχεια, συνέχισε τον δρόμο του μέσω Κρεστένων για το χωριό, όπου μπροστά του βρισκόταν ένα λευκό Fiat. Παρατήρησε ότι το όχημα έκανε συχνές στάσεις και όποτε σταματούσε, ξεσπούσαν εστίες φωτιάς. Πήρε τις πινακίδες του αμαξιού και πήγε στο χωριό για να καταφέρει να μεταφέρει την οικογένειά μας στη Μεγαλόπολη, σε ένα ασφαλές μέρος.
Ο παππούς μου με τον πατέρα μου γύρισαν πίσω, ώστε να μπορέσουν να βοηθήσουν να σωθούν οι περιουσίες τους. Η γιαγιά μου, η μαμά μου και η αδερφή μου, έχοντας μείνει πίσω στη Μεγαλόπολη όπου την επόμενη μέρα έπιασε φωτιά, αναγκάστηκαν να ξαναγυρίσουν πίσω. Στον δρόμο της επιστροφής, η Αστυνομία της Ανδρίτσαινας δεν επέτρεπε να περάσουν για να πάνε στο χωριό. Με τη βοήθεια του ξαδέλφου του πατέρα μου, κατάφεραν και πέρασαν μέσα από αγροτικούς δρόμους. Αν και ήταν πολύ επικίνδυνο λόγω της πυρκαγιάς, κατάφεραν να φτάσουν στον προορισμό τους.
Όλο το βράδυ η οικογένειά μου δεν μπορούσε να κοιμηθεί, βλέποντας να καίγονται τα πάντα και να είναι γεμάτα στάχτες. Το μεσημέρι της επόμενης μέρας που άνοιξαν οι δρόμοι, έφυγαν για την Αθήνα, λόγω του ότι δεν είχαν ούτε ρεύμα, ούτε νερό, ούτε τηλέφωνο. Φτάνοντας στην Αθήνα, ο πατέρας μου τηλεφώνησε στην Αστυνομία για να τους ενημερώσει για το συμβάν που έγινε με το αμάξι. Όμως, η Αστυνομία είχε ήδη συλλάβει τον ύποπτο, λόγω του ότι βρέθηκαν εκρηκτικές ύλες στο αμάξι του. Έπειτα, ζήτησαν από τον πατέρα μου να παραβρεθεί ως μάρτυρας και αμέσως δέχτηκε.
Όμως, όταν έγιναν οι δίκες, δεν ειδοποίησε κανείς τους μάρτυρες. Οι μάρτυρες δεν παραβρέθηκαν στα δικαστήρια, με αποτέλεσμα οι κατηγορούμενοι να ελευθερωθούν, λόγω του ότι οι πράξεις που τους βάραιναν ήταν πλημμεληματικού χαρακτήρα.
Έπειτα από όλα αυτά τα γεγονότα, οι γονείς μου και η αδερφή μου, ένα χρόνο μετά, μετακόμισαν.
 Μπεντεβή Ιωάννα 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου