Η παγκόσμια ιστορία, οι ιστορίες των εθνών και των κρατών διαπλέκονται αδιάκοπα με τον ατομική και την οικογενειακή μας ιστορία, επειδή τα μεγάλα γεγονότα του κόσμου επηρεάζουν και τις ατομικές μας επιλογές. Ο καθένας από μας κουβαλά μέσα του ένα κομμάτι από τη συλλογική μνήμη που μεταμορφώνεται σε προσωπικό βίωμα, μέσα από τις αφηγήσεις των προγόνων μας, τα τραύματα και τις ελπίδες που μας κληροδότησαν. Έτσι, οι πόλεμοι, οι μετακινήσεις, οι κοινωνικές αλλαγές και οι πολιτισμικές ζυμώσεις δεν παραμένουν απλώς σελίδες των βιβλίων της ιστορίας, αλλά γίνονται συναισθήματα, εικόνες και εμπειρίες που καθορίζουν το πώς βλέπουμε τον κόσμο και τον εαυτό μας. Μέσα από αυτή τη συνεχόμενη ανταλλαγή ανάμεσα στο συλλογικό και το προσωπικό, η ιστορία παύει να είναι κάτι μακρινό και αποκτά ανθρώπινο πρόσωπο: γίνεται η ιστορία όλων μας και ταυτόχρονα η ιστορία του καθενός ξεχωριστά.
Οι μαθητές και οι μαθήτριες της Γ΄ τάξης του Γυμνασίου Ζαχάρως καταγράφουν τις δικές τους μοναδικές ιστορίες και αποδεικνύουν τη σύνδεση ανάμεσα στο ατομικό και το συλλογικό!
Νικολίτσα Σεβαστιάδη: Ένα ιστορικό γεγονός
Πέρσι κατά την διάρκεια της κατάθεσης των στεφάνων του σχολείου μας στο ιερό της πόλης ένα από τα ονόματα των πεσόντων ήταν ίδιο με το όνομα του παππού μου. Από εκείνη την στιγμή και μετά στόχος μου ήταν να ρωτήσω την γιαγιά μου πληροφορίες σχετικά με το όνομα αυτό. Για καλή μου τύχη, η γιαγιά γνώριζε πως αυτός ήταν ένας από τα αδέλφια του προπάπου μου «Σπυρίδων Βορβυλάς». Πιο συγκεκριμένα ο πατέρας του παππού μου είχε τρείς αδελφές και δύο αδελφούς. Όλοι μαζί ζούσαν στην Ζαχάρω και ασχολούνταν με την γεωργία. Όμως ξέσπασε ο πόλεμος στην μικρά Ασία και η Ελλάδα έστειλε στρατό για να προστατέψει τους Έλληνες που ζούσαν εκεί. Και κάπως έτσι, ο Σπυρίδων, ο μεγαλύτερος από τα αδέλφια επιστρατεύτηκε μαζί με άλλους κατοίκους της Ζαχάρως. Από εκείνη την στιγμή και μετά ξεκίνησε ένας γολγοθάς προκειμένου προκειμένου να τον εντοπίσουν. Τότε τα μέσα επικοινωνίας ήταν ελάχιστα και συνήθως τα νέα μεταφέρονταν από στόμα σε στόμα. Η μοναδική πληροφορία που έφτασε στην οικογένεια ήταν πως βρισκόταν σε ένα στρατόπεδο στην Σμύρνη και μετά από μια γενναία μάχη των Ελλήνων απέναντι στους Τούρκους τα ίχνη του χάθηκαν. Για αρκετό καιρό μετά την λήξη του πολέμου οι γονείς του και τα αδέλφια του έκαναν προσπάθειες να τον βρουν, αλλά ήταν μάταιες και χρονοβόρες, γιατί οι οικογένειες ήταν χιλιάδες. Το Κράτος εκείνη την εποχή αναζητούσε τρόπους για να εγκαταστήσει τους πρόσφυγες στην Ελλάδα και δεν ασχολούνταν με τους αγνοούμενους. Μάλιστα πολλές οικογένειες δημοσίευαν αγγελίες σε εφημερίδες ζητώντας πληροφορίες για τους δικούς τους ανθρώπους. Πολλοί μάλιστα κατέβαιναν στα λιμάνια της χώρας και ρωτούσαν τους συμπολεμιστές ή τους τραυματίες που είχαν καταφέρει να σωθούν και μέσα από τον Ερυθρό Σταυρό. Όμως ακόμα και σήμερα όλες οι προσπάθειες για τον εντοπισμό του ήταν άκαρπες. Βέβαια εγώ και ο θείος μου ακόμα και τώρα αναζητούμε τρόπους και στοιχεία για να φτάσουμε στην αλήθεια.
Νικολίτσα Σεβαστιάδη, μαθήτρια του Γ3
Αφροδίτη Ζαφειράκη-Θωμοπούλου
(Έγραψα τα λόγια της όπως τα είπε)
Μια μνήμη που έχει μεταφερθεί από τη γενιά της μητέρας μου στη δικιά μου είναι όταν ο παππούς μου δούλευε ως σταθμάρχης στον σιδηροδρομικό σταθμό στον Αλφειό. Η μητέρα μου και τα αδέρφια της, μαζί με τη γιαγιά και τον παππού μου, ζούσαν στον σταθμό, κάτι που σημαίνει ότι η παιδική τους ηλικία μπορεί να χαρακτηριστεί από τον ήχο των τρένων και τις μεγάλες διαδρομές με αυτά, αφού τότε τα αυτοκίνητα δεν ήταν δεδομένα σε όλες τις οικογένειες. Εκείνες τις εποχές η επικοινωνία μέσω των τρένων και του σταθμάρχη γινόταν με κώδικα Morse και όχι με e-mails, επειδή αυτά δεν υπήρχαν ακόμα. Τότε τα τρένα χρησιμοποιούνταν από πολύ περισσότερα άτομα σε σχέση με σήμερα, όπου σχεδόν κανείς δεν ταξιδεύει με τρένο. Η δουλειά του σταθμάρχη ήταν μία από τις πιο σημαντικές, γιατί ήταν υπεύθυνος για τον χειρωνακτικό έλεγχο και την άμεση επίβλεψη. Τα βασικά καθήκοντά του ήταν η διαχείριση της κυκλοφορίας των τρένων, ο χειρισμός συστημάτων σηματοδότησης και κλειδιών που τότε χρησιμοποιούσε ο τοπικός πίνακας κλειδιών. Η επικοινωνία συνήθως γινόταν με ανταλλαγή γραπτών εντολών. Συνολικά, ο ρόλος απαιτούσε συνεχή εγρήγορση και προσωπική κρίση, καθώς πολλά συστήματα δεν ήταν αυτοματοποιημένα, καθιστώντας τον ανθρώπινο παράγοντα κεντρικό στην ασφαλή λειτουργία του σιδηροδρομικού δικτύου.
Ανέτα Φιλιπποπούλου
Γιώργος Φιλιππόπουλος
Ανέτα Φιλιπποπούλου
Γιώργος Φιλιππόπουλος
Καλλιόπη Χριστοδουλοπούλου
Είμαι ο Χότζα Βελαντίν και γεννήθηκα το 1977. Περίπου το 1944 ξεκίνησε η δικτατορία του Ενβέρ Χότζα στην Αλβανία. Η οικογένειά μου αποτελούνταν από 8 αδέρφια και τους γονείς μου. Ζούσαμε σε ένα μικρό χωριό, μακριά από πόλεις. Το μόνο που ήταν κοντά μας ήταν μια μικρή κοινότητα που είχε τα βασικά πράγματα που χρειαζόμασταν ως οικογένεια.
Η δικτατορία ήταν για εμάς, όπως και για πολύ κόσμο, ένα σκληρό πολιτικό σύστημα. Το καθεστώς αυτό πήρε με το «έτσι θέλω» την περιουσία του καθενός και την έκανε περιουσία του κράτους. Από τη μια μέρα στην άλλη, ο κόσμος βρέθηκε να δουλεύει για το κράτος στην ίδια του την περιουσία. Η εργασία ήταν υποχρεωτική για όλους και ο μόνος λόγος για να μη δουλέψει κάποιος ήταν με χαρτί γιατρού για κάποιο θέμα υγείας.
Οι ώρες εργασίας ενός αγρότη, όπως του πατέρα μου, ξεκινούσαν από τις 7 το πρωί έως αργά το βράδυ, χωρίς σταθερό ωράριο ή το γνωστό 8ωρο που ισχύει σήμερα. Όσο για την αμοιβή, δεν υπήρχε μισθός της ημέρας· βασιζόταν στην απόδοση και όχι στις ώρες. Ανάλογα με την απόδοση αντιστοιχούσε και ο μισθός. Η αμοιβή ήταν ελάχιστη, με αποτέλεσμα, όσο και να δούλευε κανείς, να μην έχει τη δυνατότητα να μεγαλώσει μια οικογένεια ευπρεπώς. Αυτό ήταν ένα μεγάλο πλήγμα για τους γονείς μας, που σε καθημερινή βάση έδιναν την ψυχή τους, αλλά ποτέ δεν ήταν αρκετό για να μας μεγαλώσουν με την άνεση που ήθελαν.
Όσο για το θέμα της εκπαίδευσης, ήταν κάτι υποχρεωτικό, από το προνήπιο έως την 3η Γυμνασίου. Η εκπαίδευση λειτουργούσε πολύ καλά και θεωρώ ότι, από αυτά που μας παρείχε αυτό το σύστημα, η εκπαίδευση και η ασφάλειά μας ήταν τα μοναδικά πλεονεκτήματα.
Επιπλέον, πάνω στο θέμα της εκπαίδευσης, δεν είχαν όλοι τη δυνατότητα να σπουδάσουν εξαιτίας των οικονομικών προβλημάτων που είχε η πλειοψηφία της χώρας. Ενώ πολλά παιδιά είχαν τις ικανότητες, δεν μπόρεσαν να σπουδάσουν εξαιτίας της πολιτικής, που ήταν έτσι δομημένη ώστε να αποτρέπει τους περισσότερους από το να σπουδάσουν. Όχι διότι χρειάζονταν πληρωμή για τα πανεπιστήμια, αλλά επειδή οι γονείς αναγκάζονταν να βάλουν τα παιδιά να δουλέψουν για να ανταπεξέλθουν οικονομικά.
Οι νόμοι της δικτατορίας ήταν αυστηροί. Ο κόσμος δεν είχε το δικαίωμα να εκφράσει αυτό που πίστευε· όλοι όφειλαν να συμφωνούν με ό,τι τους «σέρβιρε» το κράτος. Όποιος εξέφραζε αντίρρηση, κινδύνευε, ξεκινώντας από μια μικρή «μαύρη βούλα» στο ποινικό μητρώο του, έως και εξορία όλης της οικογένειας. Επιπλέον, υπήρχε και η φυλάκιση. Όποιος έβριζε αυτό το σύστημα της δικτατορίας έμπαινε φυλακή.
Άλλοι σοβαροί κανόνες ήταν η διανομή τροφής. Κάθε οικογένεια, αναλογικά με τα μέλη της, έπαιρνε και τα υποτιθέμενα τρόφιμα που είχε ανάγκη, τα οποία και πάλι δεν έφταναν.
Δεν μπορώ να μην αναφέρω ότι μου λείπει αυτή η σιγουριά και ασφάλεια που ένιωθα, καθώς δεν φοβόμουν τον διπλανό μου και δεν ανησυχούσα για το ποιος είναι και αν μπορεί να κάνει κακό.
Το 1990 το σύστημα της δικτατορίας φτάνει στο τέλος του. Επιτέλους ο κόσμος, μετά από τα 56 χρόνια που διήρκεσε η δικτατορία, είχε εξαγριωθεί τόσο πολύ, με αποτέλεσμα να ξεσηκωθούν και να καταστρέψουν το σύστημα αυτό και το άγαλμα που είχε χτιστεί στην πλατεία της πρωτεύουσας για τον δικτάτορα (στις 20/02/1991). Το άγαλμα είχε ύψος 20 με 25 μέτρα και ήταν φτιαγμένο από μπρούντζο (ένα τύπο χαλκού), μπετόν και έναν σκελετό από σίδερο (χάλυβα). Μαζί με την καταστροφή του αγάλματος καταστράφηκε και η δικτατορία.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου