Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2025

Δεν είναι αστείο.

Αυτό που θα διαβάσετε δεν είναι ένα ποίημα, είναι μια κραυγή!
Είναι οι φωνές των μαθητών της Γ΄ τάξης του Γυμνασίου Ζαχάρως που ηχογραφήθηκαν μια βροχερή μέρα στο Webex, για να πουν αυτό που κανείς δεν αντέχει να ακούσει! Να μιλήσουν για τις ατέλειωτες σιωπές, για τα χιλιάδες πρόσωπα που κρύβουν μέσα τους τη βία! Τα παιδιά μιλούν για να γίνει γνωστό ότι πολλά από αυτά που γίνονται ή λέγονται για λάκα κρύβουν πίσω τους το πιο σκληρό πρόσωπο της ψυχολογικής βίας! Δεν είναι αστείο λοιπόν!!!
Το κείμενο "γεννήθηκε" μέσα από συζήτηση μέσα στην τάξη, παρατήρηση και ουσιαστική επικοινωνία.
Το αίτημα ένα και μοναδικό! Να σταματήσει να υπάρχει η βία σε κάθε της μορφή!
Αν έστω και ένας άνθρωπος αναγνωρίσει τον εαυτό του σε αυτές τις λέξεις και νιώσει ότι δεν είναι μόνος, τότε αυτή η ηχογράφηση έχει πετύχει τον σκοπό της!

Μπορείς να το ακούσεις εδώ:  https://open.spotify.com/episode/1LROMvFEJwppwTsmUfcXgu 

ή να το διαβάσεις εδώ:

Δεν είναι αστείο

να περνάς στο διάλειμμα από μια παρέα, να σε κοιτάνε και να γελάνε

να σε σχολιάζουν για το ύψος σου, για το βάρος σου, για την εξωτερική σου εμφάνιση

να σε κρίνουν για το επάγγελμα που επέλεξε ο πατέρας σου

να σε σχολιάζουν για την καταγωγή σου

να προσβάλλουν την οικογένειά σου

να γελάνε μαζί σου γιατί δεν πήγες καλά στο διαγώνισμα

ή γιατί σου αρέσει να διαβάζεις

να διαδίδουν φήμες για σένα

να σε θεωρούν «αδύναμο» και να σε κοροϊδεύουν καθημερινά

να σε σχολιάζουν για την κακή οικονομική σου κατάσταση

και να σε κοροϊδεύουν για τον τρόπο που ντύνεσαι

να σε κακολογούν πίσω από την πλάτη σου

να σου κλέβουν το κολατσιό ή τα λεφτά σου

να σε φέρνουν στα όριά σου και να μην σταματάνε

να σε βγάζουν από την παρέα, αν τολμήσεις να αντιδράσεις

να σου βάζουν τρικλοποδιά στο διάδρομο, για να γελάσουν

να σε σπρώχνουν στα διαλείμματα, για να δουν αν θα αντιδράσεις

να συνεχίζουν να κάνουν κάτι που σε ενοχλεί και να μην σταματάνε

να σε χτυπάνε για πλάκα

να σε μειώνουν και να σου φωνάζουν

να γελάνε μαζί σου, επειδή πηγαίνεις σε μικρότερη τάξη

να σε ειρωνεύονται και να σε προσβάλλουν

να σου τραβάνε τα μαλλιά

να σου κατεβάζουν τα παντελόνια

να σε φτύνουν και να σε απειλούν

να σε κλειδώνουν για πλάκα και να γελάνε

να σε χαρακτηρίζουν με επίθετα και να σου βάζουν ταμπέλες

να δημοσιεύουν φωτογραφίες σου και βίντεο χωρίς να σε ρωτήσουν

να φανερώνουν όλα σου τα μυστικά, για να δουν πώς θα αντιδράσεις

να σε απομονώνουν και να μη σου μιλάνε όταν αντιδράς

να σε στοχοποιούν, επειδή επιλέγεις να μιλάς ευγενικά

ή επειδή σου αρέσουν διαφορετικά πράγματα

να σε χαρακτηρίζουν γιατί προέρχεσαι από «καλή» ή «κακή» οικογένεια,

από πλούσιους ή φτωχούς γονείς

να σε κάνουν να νιώθεις άσχημα, για να νιώθουν εκείνοι καλύτερα

να σου λένε ψέματα και να σε γελοιοποιούν

να σε θεωρούν σκουπίδι

να παίζουν με τα συναισθήματά σου

να σε κρίνουν χωρίς να σε ξέρουν

να σε ταπεινώνουν και να σε περιφρονούν,

επειδή δεν έχεις το καλύτερο κινητό

ή επειδή δεν φοράς ακριβά ρούχα και παπούτσια…

 

Κι εσύ να πρέπει να κρύβεις τη θλίψη σου και να μη μιλάς,

για να συνεχίσουν να σε κάνουν παρέα.

Να φοβάσαι να μιλήσεις, να αντιδράσεις, να πεις πως δεν αντέχεις πια

και αντί γι’ αυτό να σκέφτεσαι να κάνεις κακό στον εαυτό σου

και να μην ξανάρθεις σχολείο.

 

Φτάνει πια με τα αστεία!

Η ψυχολογική, η λεκτική και η σωματική βία δεν είναι αστείο!

Δεν είναι αστείο να πληγώνεις τον άλλο και να μη σταματάς!

Να βλέπεις ότι είναι δυστυχισμένος και να συνεχίζεις!

 

Πρέπει να γνωρίζουμε ότι πολλά από αυτά που εμείς θεωρούμε αστεία,

δεν είναι και για τους άλλους.

Και πρέπει να παραδεχτούμε ότι πίσω από πολλές τέτοιες «αστείες» συμπεριφορές

κρύβονται οι δικές μας ανασφάλειες και αδυναμίες!

 

Κι αυτό πρέπει να το πούμε ξεκάθαρα:

 

Όλα αυτά δεν είναι αστεία.

Είναι πράξεις που πληγώνουν, που απομονώνουν, που μπορεί να σημαδέψουν για πάντα την ψυχή ενός παιδιού.

Ο σχολικός εκφοβισμός δεν είναι “πλάκα”∙ είναι βία.

Και η βία — είτε λεκτική, είτε ψυχολογική, είτε σωματική — αφήνει σημάδια.

 

Χρειάζεται να συνειδητοποιήσουμε ότι κάθε λέξη, κάθε κίνηση, κάθε «αστείο» έχει βάρος.

Ότι ο καθένας κουβαλά τη δική του ιστορία, τις δικές του δυσκολίες, τα δικά του όνειρα.

Κι εμείς δεν έχουμε δικαίωμα να τα πληγώνουμε.

 

Το σχολείο πρέπει να είναι χώρος ασφάλειας, όχι φόβου.

Χώρος όπου κάθε παιδί νιώθει ότι έχει θέση, αξία, φωνή.

Χώρος όπου ο σεβασμός δεν είναι επιλογή, αλλά κανόνας.

 

Γι’ αυτό:

Ας σταματήσουμε τα “αστεία” που πληγώνουν.

Ας ακούμε περισσότερο, ας παρατηρούμε περισσότερο, ας νοιαζόμαστε περισσότερο.

Ας μη μένουμε θεατές όταν κάποιος εκφοβίζεται.

Ας είμαστε η φωνή για όσους δεν μπορούν ακόμα να μιλήσουν.

 

Και πάνω απ’ όλα:

Ας προστατεύσουμε την ψυχική υγεία όλων

και ας αφήσουμε τις προσωπικότητες όλων να ξεδιπλωθούν και να ανθίσουν ελεύθερα.


Συνεργατικό κείμενο όλων των μαθητών της Γ΄ τάξης για την ενδοσχολική βία! 

Υπεύθυνη καθηγήτρια: Πανωραία Μακρή

Δεν είναι αστείο!

Εσύ ξέρεις τι είναι τα δρίματα;

 


Δρίμες: μια παλιά λαϊκή δοξασία

Σε πολλούς τόπους της Ελλάδας, ορισμένες ημέρες του χρόνου θεωρούνται γρουσούζικες και δυσοίωνες. Αυτές οι ημέρες είναι γνωστές ως δρίμες ή δρίματα και αποτελούν μέρος μιας παλιάς λαϊκής παράδοσης που συνδέεται με δαιμονικά πνεύματα και κακοτυχία.

Σύμφωνα με όσα διασώζονται στη λαϊκή μνήμη —και όπως μου έχουν πει πολλοί παππούδες και γιαγιάδες— οι δρίμες αφορούν κυρίως:

  • Τις εννιά πρώτες μέρες και όλα τα Σάββατα του Μαρτίου

  • Τις εννιά πρώτες μέρες και όλες τις Δευτέρες του Αυγούστου

Γι’ αυτό υπάρχει και η γνωστή φράση:
«Του Μαρτιού τα Σάββατα, του Αυγούστου οι Δευτέρες».

Τις συγκεκριμένες μέρες πίστευαν ότι εμφανίζονται δαιμονικά πνεύματα, τα λεγόμενα Δρίμες, τα οποία μπορούν να προκαλέσουν ζημιές ή ατυχίες. Η ονομασία πιθανότατα προέρχεται από το επίθετο δριμύς, που σε αρχαϊκή χρήση σχετίζεται με κάτι σκληρό, επικίνδυνο ή «δαιμονικό».

Γι’ αυτό και οι άνθρωποι απέφευγαν πολλές καθημερινές εργασίες. Πίστευαν, για παράδειγμα, ότι:

  • Αν κάποιος λουστεί, θα πέσουν ή θα ασπρίσουν τα μαλλιά του.

  • Αν πλύνουν ρούχα, τα ρούχα θα φθαρούν, θα λιώσουν ή θα «τα διαλύσουν τα δαιμόνια».

  • Αν κόψουν ξύλα, θα εμφανιστεί ο σκόρος που θα τα καταστρέψει.

  • Αν κλαδέψουν αμπέλια ή φυτέψουν κρεμμύδια, πατάτες και άλλα φυτά, αυτά δεν θα ευδοκιμήσουν.

  • Δεν έπρεπε να κάνουν μπάνιο, να ποτίζουν ή να αφήνουν τα παιδιά να περιπλανιούνται στους δρόμους, γιατί θεωρούνταν πιο «ευάλωτα».

Για να «ξορκίσουν» την κακοδαιμονία, οι νοικοκυρές —όταν ήταν απαραίτητο να κάνουν μπουγάδα— έριχναν μέσα στο νερό ένα καρφί ή ένα κομμάτι σίδερο, πιστεύοντας ότι το μέταλλο λειτουργεί προστατευτικά.

Η φράση «μες τα δρίματα πέσαμε» χρησιμοποιείται ακόμη και σήμερα για να δηλώσει ότι κάποιος βρέθηκε σε εμπόδια, δυσκολίες ή μια σειρά ατυχών περιστατικών.

Παρόλο που σήμερα τέτοιες δοξασίες δεν καθορίζουν την καθημερινότητα, οι δρίμες αποτελούν ένα ενδιαφέρον και ζωντανό κομμάτι της λαογραφικής μας κληρονομιάς — μια αντανάκλαση της προσπάθειας των παλαιότερων ανθρώπων να κατανοήσουν και να προστατευτούν από το απρόβλεπτο της ζωής.


Στην εγκυκλοπαίδεια "ΗΛΙΟΣ" αναφέρονται τα ακόλουθα: 

Οι δρίμες: Σε πολλά μέρη της Ελλάδας, τις πρώτες μέρες του Αυγούστου αποφεύγονται διάφορες εργασίες, καθώς πιστεύεται ότι αυτές οι ημέρες είναι «δυσοίωνες» και μπορούν να προκαλέσουν ανεπανόρθωτες ζημιές. Για τον λόγο αυτό: Οι γυναίκες δεν πρέπει να πλένουν ρούχα, επειδή «δριμιάζουν» – δηλαδή τα υφάσματα κόβονται, φθείρονται ή γεμίζουν μικρές τρύπες όταν εκτεθούν στον ήλιο. Δεν πρέπει να ποτίζονται οι μπαξέδες, γιατί θεωρείται ότι τα φυτά θα ξεραθούν. Δεν επιτρέπεται το κολύμπι, καθώς «το σώμα γεμίζει εξανθήματα». Αποφεύγεται και το λούσιμο, γιατί «καταστρέφονται τα μαλλιά». Με παρόμοιο τρόπο, τις πρώτες μέρες του Μαρτίου δεν κόβουν ξύλα, επειδή «σαρακιάζουν», δηλαδή χαλάνε εύκολα ή καταστρέφονται από σκουλήκια. Έτσι, οι δρίμες του Αυγούστου θεωρούνται επικίνδυνες για τα υφάσματα, ενώ του Μαρτίου για τα ξύλα. Στην Πελοπόννησο θεωρούνται ιδιαίτερα δυσοίωνες τα Σάββατα του Μαρτιού, οι Δευτέρες του Αυγούστου, καθώς και ημέρες κατά τις οποίες «λιοκρίζει το φεγγάρι» – δηλαδή η πανσέληνος. Στις δοξασίες αυτές συνδέονται και τα Δωδεκαήμερα, που σχετίζονται με την εμφάνιση των καλικάντζαρων. 

Ετυμολογία της λέξης Η ετυμολογία της λέξης «δρίμες» απασχόλησε πολλούς φιλολόγους, χωρίς να έχει δοθεί απολύτως ασφαλής απάντηση. Ο Κοραής τη συσχετίζει με το ρήμα δρίπτομαι («κόβομαι»). Άλλοι υποστηρίζουν ότι σχετίζεται με τις «δριμύδες νύμφες», νεράιδες που εμφανίζονται τις μέρες αυτές. Την άποψη αυτή αποδέχθηκε και ο λαογράφος Νικόλαος Πολίτης. Άλλοι ερευνητές συνδέουν τη λέξη με το επίθετο δριμής· τις μέρες αυτές ο ήλιος είναι ιδιαίτερα καυστικός και προκαλεί ζημιές, άρα δηλώνεται ένας «δριμύς όλεθρος», που αργότερα προσωποποιήθηκε σε τοπικά πνεύματα ή όντα. Η λέξη «Δρίμες» απαντά ήδη στο ποίημα του Γεωργιλά του 15ου αιώνα, στο αποκαλούμενο "Θανατικόν της Ρόδου". Αναφορές για τις δρίμες βρίσκουμε και στο έργο Λαογραφία του Νικολάου Πολίτη.

Μαρία Αναστασοπούλου,  

Μάριος Θανάσουλας, 

Χάρης Θεοδωρόπουλος,   

Σοφία Σμερνιώτη,  

Νικολέττα Χρονοπούλου


Η παγκόσμια ιστορία είναι η δική σου ιστορία!

 Η παγκόσμια ιστορία, οι ιστορίες των εθνών και των κρατών διαπλέκονται αδιάκοπα με τον ατομική και την οικογενειακή μας ιστορία, επειδή τα μεγάλα γεγονότα του κόσμου επηρεάζουν και τις ατομικές μας επιλογές. Ο καθένας από μας κουβαλά μέσα του ένα κομμάτι από τη συλλογική μνήμη που μεταμορφώνεται σε προσωπικό βίωμα, μέσα από τις αφηγήσεις των προγόνων μας, τα τραύματα και τις ελπίδες που μας κληροδότησαν. Έτσι, οι πόλεμοι, οι μετακινήσεις, οι κοινωνικές αλλαγές και οι πολιτισμικές ζυμώσεις δεν παραμένουν απλώς σελίδες των βιβλίων της ιστορίας, αλλά γίνονται συναισθήματα, εικόνες και εμπειρίες που καθορίζουν το πώς βλέπουμε τον κόσμο και τον εαυτό μας. Μέσα από αυτή τη συνεχόμενη ανταλλαγή ανάμεσα στο συλλογικό και το προσωπικό, η ιστορία παύει να είναι κάτι μακρινό και αποκτά ανθρώπινο πρόσωπο: γίνεται η ιστορία όλων μας και ταυτόχρονα η ιστορία του καθενός ξεχωριστά.

 Οι μαθητές και οι μαθήτριες της Γ΄ τάξης του Γυμνασίου Ζαχάρως καταγράφουν τις δικές τους μοναδικές ιστορίες και αποδεικνύουν τη σύνδεση ανάμεσα στο ατομικό και το συλλογικό! 

Υπεύθυνη εκπαιδευτικός: Πανωραία Μακρή

 

 


Το επίθετό μου είναι Μανιάτης που σημαίνει αυτός που κατάγεται από τη Μάνη. Ρώτησα τον πατέρα μου και τον παππού μου και μου είπαν ότι καταγόμαστε από τη Λάγια της Λακωνίας και ότι το επίθετό μας κανονικά ήταν Χανδρουλάκος. Η μετακίνηση της οικογένει
άς μας από τη Μάνη στη Ζαχάρω έγινε περίπου το 1774, την περίοδο των Ορλωφικών κατά την οποία οι Έλληνες επαναστάτησαν εναντίον των Τούρκων, αλλά τελικά έχασαν.  Τότε τα οθωμανικά στρατεύματα μπήκαν στη Μάνη και κατέστρεψαν το χωριό των προγόνων μου. Γι΄ αυτό οι πρόγονοί μου αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το χωριό τους και να μετακινηθούν σε ασφαλέστερες περιοχές,  που στη δικιά μου περίπτωση ήταν οι πρόποδες του όρους Λαπίθα, κοντά στο χωριό Ξηροχώρι. 

Μια από τις πιο δύσκολες στιγμές στην ιστορία της οικογένειάς μου ήταν ο θάνατος του αδελφού του παππού μου, Σπύρου Μανιάτη, στην Κύπρο το 1974. Εκείνη την περίοδο υπηρετούσε στις ειδικές δυνάμεις του ελληνικού στρατού και συγκεκριμένα στην Α΄ Μοίρα Καταδρομών με έδρα τα Χανιά. Για κακή του τύχη την ίδια περίοδο έγινε το πραξικόπημα στην Κύπρο και ακολούθησε η τουρκική εισβολή στο νησί. Τότε δόθηκε εντολή στην Α΄ Μοίρα Καταδρομών να μεταφερθεί στην Κύπρο με τα αεροπλάνα «Noratlas», ώστε να υπερασπιστούν το νησί. Όταν όμως έφτασαν στο αεροδρόμιο και προσπάθησαν να προσγειωθούν, οι Κύπριοι στρατιώτες, νομίζοντας πως επρόκειτο για εχθρικά αεροσκάφη, άρχισαν να πυροβολούν, με αποτέλεσμα ένα από τα αεροπλάνα να συντριβεί και ανάμεσα στους στρατιώτες που χάθηκαν να είναι και ο αδερφός του παππού μου, ο Σπύρος Μανιάτης. 

Στο σημείο όπου έπεσε το αεροπλάνο, οι Κύπριοι έστησαν αργότερα ένα μνημείο για να τιμήσουν τη μνήμη των πεσόντων. Ύστερα από σαράντα χρόνια έγιναν ανασκαφές και βρέθηκαν τα λείψανα δεκατεσσάρων στρατιωτών, ανάμεσά τους και του συγγενή μου. Το κράτος της Κύπρου φρόντισε ώστε τα λείψανά του να επιστραφούν στην οικογένειά μας τον Οκτώβριο του 2016.

Η ιστορία αυτή έχει μείνει βαθιά χαραγμένη στη μνήμη της οικογένειάς μου. Μέσα από αυτήν καταλαβαίνω πως τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα δεν επηρεάζουν μόνο τους λαούς και τα κράτη, αλλά και τις ζωές απλών ανθρώπων και ολόκληρων οικογενειών. 

Η οικογένειά μου με βάφτισε Σπύρο για να τιμήσει τη μνήμη του καταδρομέα Σπύρου Μανιάτη που χάθηκε τόσο νωρίς και τόσο άδικα. Με βαθύ σεβασμό και αγάπη, γράφω αυτά τα λόγια για να τιμήσω  τη μνήμη του. 

Σπύρος Μανιάτης, Γ2



Όλοι καταγόμαστε από οικογένειες οι οποίες έχουν μια κάποια ιστορία. Μερικοί από εμάς είμαστε αρκετά τυχεροί ώστε να τη γνωρίζουμε. 

Οι άνδρες των οικογενειών μας τον προηγούμενο αιώνα επιστρατεύτηκαν στον πόλεμο. Από την πλευρά της μητέρας μου, το 1912, δύο από τους προπαππούδες μου στάλθηκαν να υπηρετήσουν την πατρίδα, για να απελευθερώσουν τους σκλαβωμένους Έλληνες στα ελληνικά εδάφη που ήταν υπό την κατοχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.


Ο Κωνσταντίνος Φαρμάκης, γεννηθείς το 1884, παντρεμένος και με παιδί, πήγε στο μέτωπο της Ηπείρου και πολέμησε στο Μπιζάνι από το 1912 έως τις 21 Φεβρουαρίου του 1913, οπότε και απελευθερώθηκαν τα Ιωάννινα. Στο ίδιο μέτωπο πολέμησε και ο Ιωάννης Τσικόγιαννης, δάσκαλος, ο οποίος μετά την απελευθέρωση των Ιωαννίνων,  συνέχισε να μάχεται στον Β' Βαλκανικό Πόλεμο εναντίον των Βουλγάρων, οι οποίοι ήθελαν να καταλάβουν τα εδάφη που είχε κερδίσει η Ελλάδα (Θεσσαλονίκη, Καβάλα). Ο Ι. Τσικόγιαννης μετά τον πόλεμο τιμήθηκε με το «Μετάλλιο Εξαιρέτων Πράξεων» για τον ηρωισμό και την ανδρεία του, καθώς ξεπέρασε κατά πολύ τα συνήθη καθήκοντα ενός στρατιώτη.

Επίσης αξίζει να σημειωθεί πως ο Ι. Τσικόγιαννης έλαβε ένα γράμμα από τον φίλο του, Ιωάννη Γαλανόπουλο, ο οποίος του έγραφε χαριτολογώντας πως, όταν καταλάβουν τα Ιωάννινα, να του φέρει δύο όμορφες Τουρκοπούλες με αντάλλαγμα 1000 φράγκα. Οι συνολικές πράξεις και η προσφορά του προγόνου μας στον πόλεμο ήταν ανεκτίμητες. 


Εμμανουήλ Μολυμπάκης, Γ2 

 

Η δική μου ιστορία έχει να κάνει με έναν πρόγονό μου, που ονομάζεται «Φώτης Μισιχρόνης».

Ο Φώτης ο Μισιχρόνης ήταν αρχηγός των «Τσορβατζαίων». Αυτός σε συνεργασία με άλλους κατοίκους από την ευρύτερη περιοχή ίδρυσαν την ιστορική «Ταξιαρχία της Αρήνης» κατά την έναρξη της επανάστασης του 1821.

Σε ιστορικές πηγές της εποχής αναφέρεται ότι στις 26 Μαρτίου του 1821 η «Ταξιαρχία της Αρήνης» μαζεύτηκε στο προαύλιο του πολιούχου του χωριού (του Αγίου Αθανασίου) και εκεί με τις ευλογίες του Παπα-Διονύση έγινε η ορκωμοσία της Ταξιαρχίας με το σύνθημα «Ελευθερία ή Θάνατος» και ξεκίνησαν να πάνε στο χωριό Σουλτίνα - μεταξύ της Ανδρίτσαινας και της Καρύταινας – όπου τους περίμενε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης για την ένταξή τους στην επανάσταση.

Αναφέρεται επίσης ότι αυτή η Ταξιαρχία το έτος 1825 ανέκοψε την πορεία του Ιμπραήμ προς το Μεσολόγγι στη μάχη που έγινε στη θέση «Κλειδί», στον Καϊάφα. Εξοργισμένος ο Ιμπραήμ, ξέσπασε εναντίον της Αρήνης την οποία ισοπέδωσε κυριολεκτικά. Το τερατώδες που έπραξε ήταν να δώσει διαταγή να κάψουν όλα τα καρποφόρα δέντρα και να σκορπιστεί δηλητήριο-άζωτο στο έδαφος, ώστε να μην ξαναφυτρώσουν τα δέντρα που συντηρούσαν ανθρώπους και ζώα, γιατί πίστευε ότι μ΄ αυτό τον τρόπο οι κάτοικοι της Αρήνης θα γίνουν σκλάβοι του. Παρόλα αυτά η Ταξιαρχία της Αρήνης - με κλεφτοπόλεμο - αποδεκάτιζε τις εφοδιοπομπές των Τούρκων παίρνοντας τροφές και πολεμοφόδια. Εξοργισμένοι οι Τούρκοι όσους έπιαναν αιχμαλώτους τους σκότωναν με μαρτυρικό θάνατο στα υψώματα των οικισμών του Μπισκινιού, τους «παλούκωναν», γι΄αυτό και η περιοχή αυτή φέρει το όνομα «παλουκαριό». Λόγω της Ταξιαρχίας της Αρήνης, το Τσορβατζί εκείνη την εποχή ήταν δακτυλοδεικτούμενο. Αυτός είναι και ο λόγος που μετά την  απελευθέρωση του Έθνους και την ίδρυση των Δήμων της ελεύθερης Πατρίδας συμπεριέλαβαν και τον Δήμο Αρήνης, με πρωτεύουσα το Τσορβατζί(το χωριό Αρήνη). Τονίζεται μάλιστα ότι με την έγκριση του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, διορίστηκε ο Φώτης Μισισχρόνης πρώτος Δήμαρχος του Δήμου Αρήνης. Θεωρώ πολύ τιμητικό ότι ένας πρόγονός μου συμμετείχε στον εθνικο-απελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων!

Θεοδώρα – Ραφαέλλα Μισιχρόνη, Γ2

 

Η γιαγιά μου, Μαρία Νικολοπούλου, μου διηγήθηκε μια ιστορία για τον αδερφό της, Γιάννη Νικολόπουλο, που είναι κτηνοτρόφος και ζει στο κάτω Σαμικό. Μου είπε ότι τον Μάρτιο του 2003 και ενώ βρισκόταν κοντά στο γήπεδο του χωριού και πρόσεχε τα ζώα του, πάτησε κατά λάθος μια χειροβομβίδα, που είχε μείνει θαμμένη στο έδαφος από μπαζώματα που είχαν γίνει στην περιοχή. Τότε ήταν 36 χρονών και τραυματίστηκε σοβαρά. Αμέσως κάλεσαν ασθενοφόρο και ο πατέρας του πήγε μαζί του στο νοσοκομείο Κρεστένων. Από εκεί μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο της Πάτρας στο οποίο έμεινε δύο μήνες. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να χάσει το ένα του μάτι και τα δάχτυλα των ποδιών του. Αργότερα έκανε μεταμόσχευση ματιού. Μετά από αυτό το περιστατικό οι ειδικές δυνάμεις του στρατού από τον Πύργο πήγαν με ειδικά μηχανήματα στο γήπεδο για να δουν αν υπάρχουν κι άλλες χειροβομβίδες από τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Το γεγονός αυτό γράφτηκε και στην εφημερίδα «Πατρίς». Αυτό το ατύχημα σημάδεψε τη ζωή του και την οικογένειά του. Σήμερα συνεχίζει τη ζωή του με δύναμη και υπομονή παρά τις δυσκολίες που πέρασε.

Γεωργία Νικολοπούλου, Γ3

 

Πριν από πέντε χρόνια, η γιαγιά μου, η Χαρίκλεια Παναγοπούλου, πραγματοποίησε εργασίες στο πατρικό της σπίτι στον οικισμό Κράνα της Δημοτικής Ενότητας Ανδρίτσαινας – Κρεστένων. Εκεί ανακάλυψε ένα χειρόγραφο τετράδιο που εξιστορούσε τη συμμετοχή του πατέρα της, Λεωνίδα Παναγόπουλου, στον πόλεμο του 1940.

Ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος ξεκίνησε στις 28 Οκτωβρίου 1940 και οι επιχειρήσεις στο μέτωπο ολοκληρώθηκαν τον Απρίλιο του 1941, μετά τη γερμανική εισβολή και τη συνθηκολόγηση του ελληνικού στρατού. Ο Λεωνίδας Παναγόπουλος, σε ηλικία 22 ετών, κλήθηκε από την ελληνική κυβέρνηση να πολεμήσει στην πρώτη γραμμή, στα βουνά της Αλβανίας. Κατά τη διάρκεια των μαχών τραυματίστηκε από σφαίρα στην περιτοναϊκή κοιλότητα (κοιλιακή χώρα). Λόγω των εξαιρετικά δύσκολων συνθηκών και της έλλειψης άμεσης νοσοκομειακής φροντίδας στο πεδίο της μάχης, η σφαίρα παρέμεινε μέσα στο σώμα του. Αφού έλαβε τις πρώτες απαραίτητες ιατρικές βοήθειες στα πρόχειρα νοσοκομεία εκστρατείας και η κατάστασή του σταθεροποιήθηκε, βρέθηκε αντιμέτωπος με τη μεγάλη κατάρρευση του μετώπου στα τέλη Απριλίου του 1941. Όπως χιλιάδες άλλοι Έλληνες στρατιώτες, έτσι και ο ίδιος αναγκάστηκε να πάρει τον μακρύ και επίπονο δρόμο της επιστροφής, περπατώντας εκατοντάδες χιλιόμετρα από την Αλβανία μέχρι την Πελοπόννησο για να φτάσει ζωντανός στην οικογένειά του.

Μετά το τέλος του πολέμου και της Κατοχής, έζησε στο χωριό του και ασχολήθηκε με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Το 1998, ο Λεωνίδας Παναγόπουλος απεβίωσε από ανακοπή καρδιάς σε ηλικία 80 ετών. Μέχρι και σήμερα, όλοι οι δικοί του άνθρωποι τον θυμούνται με βαθύ σεβασμό για τη γενναιότητα και την τεράστια αντοχή που επέδειξε στις πιο σκληρές στιγμές της ελληνικής ιστορίας.                                                                                                                                                                                      Ρέππας Βασίλης, Γ3

 

Ήταν το καλοκαίρι του 1974 και όλες οι σειρήνες ηχούσαν στην περιοχή της Ζαχάρως. Ο παππούς μου ήταν τότε μόλις 27 ετών, αλλά είχε ήδη αποκτήσει δύο παιδιά (τις δύο θείες μου, καθώς ο πατέρας μου δεν είχε γεννηθεί ακόμα), ηλικίας τριών και δύο ετών.

Η τουρκική εισβολή στην Κύπρο αποτέλεσε ένα συγκλονιστικό γεγονός για εκείνον και τη σύζυγό του. Η επιστράτευση πραγματοποιήθηκε με ταχύτατους ρυθμούς σε ολόκληρη την Ελλάδα. Καθώς ο παππούς μου είχε εκπαιδευτεί ως αλεξιπτωτιστής, γνώριζε καλά ότι η συμμετοχή του στην πρώτη γραμμή του πολέμου σήμαινε πως υπήρχε μεγάλος κίνδυνος να χάσει τη ζωή του και να αφήσει ορφανά τα παιδιά του. Μέσα σε αυτό το έντονο και φορτισμένο κλίμα, αποχαιρέτησε την οικογένειά του, πήρε μαζί του τα απολύτως απαραίτητα και ξεκίνησε για το κέντρο παρουσίασης στη Λυκόβρυση, κοντά στη σημερινή Πεύκη, όπου συγκεντρώνονταν οι στρατιώτες από τις γύρω περιοχές.

Επειδή δεν διέθετε κάποιο σύγχρονο μεταφορικό μέσο, καθυστέρησε και έφτασε στη Λυκόβρυση μία ημέρα αργότερα. Εξαιτίας αυτής της καθυστέρησης, η στρατιωτική διμοιρία στην οποία έπρεπε κανονικά να ενταχθεί είχε ήδη αναχωρήσει για την Κύπρο. Ο παππούς παρέμεινε στο στρατόπεδο για μία εβδομάδα και στη συνέχεια μεταφέρθηκε μαζί με άλλους στρατιώτες στην Καρδίτσα, όπου παρέμειναν για δύο ολόκληρους μήνες. Εκείνη την περίοδο η τροφοδοσία και η οργάνωση του στρατού αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα λόγω της ξαφνικής κινητοποίησης χιλιάδων ανδρών, με αποτέλεσμα οι έφεδροι να αντιμετωπίζουν συχνά ελλείψεις ακόμα και στο φαγητό και ο παππούς μου λέει ότι η πείνα ήταν τόσο μεγάλη, που αναγκαζόταν να πηγαίνει στους τοπικούς στάβλους για να πιει γάλα απευθείας από τα ζώα.

Μετά από αυτό το διάστημα, άρχισε η μεταφορά των στρατιωτών με λεωφορεία προς το λιμάνι του Πειραιά, προκειμένου να επιβιβαστούν στα πλοία για την Κύπρο. Για καλή τους τύχη, όμως, μέχρι να φτάσουν στον Πειραιά ο πόλεμος είχε πλέον τελειώσει. Ο παππούς μου θυμάται χαρακτηριστικά τη μεταπολεμική ατμόσφαιρα στο λιμάνι του Πειραιά και τη γενική συσκότιση που είχε επιβληθεί σε όλη την Αττική για λόγους αεράμυνας, ένα μέτρο που αποτύπωνε ανάγλυφα τον φόβο και την απειλή του πολέμου.

Μετά την κατάπαυση του πυρός, οι έφεδροι απολύθηκαν και επέστρεψαν στις περιοχές τους. Ο παππούς μου γύρισε στο σπίτι του και στη γιαγιά μου, συνεχίζοντας τη ζωή τους. Λίγα χρόνια αργότερα γεννήθηκε ο πατέρας μου. Αυτό το ιστορικό γεγονός αποδείχθηκε καθοριστικό για τη δική μου ύπαρξη, καθώς αν ο παππούς μου είχε φτάσει εγκαίρως στο κέντρο επιστράτευσης και είχε πολεμήσει στην Κύπρο, ίσως να μην είχε επιζήσει, και κατά συνέπεια δεν θα είχα γεννηθεί ούτε ο πατέρας μου ούτε εγώ.

Το άτομο που μου διηγήθηκε την ιστορία ονομάζεται Δημήτρης Δημήτρουλας και είναι ο παππούς μου.                                                                             Δημήτρης Δημήτρουλας, Γ1

 

 Πέρσι κατά την διάρκεια της κατάθεσης των στεφάνων του σχολείου μας στο Μνημείο των Ηρώων της πόλης μας παρατήρησα ότι ένα από τα επίθετα των πεσόντων ήταν ίδιο με του παππού μου. Από εκείνη την στιγμή και μετά στόχος μου ήταν να ρωτήσω την γιαγιά μου γι΄ αυτό και να μάθω περισσότερα.

Η γιαγιά μου μού είπε ότι αυτός ήταν ένας από τα αδέλφια του προπάππου μου και λεγόταν Σπύρος Βορβυλάς. Ο πατέρας του παππού μου είχε τρείς αδελφές και δύο αδελφούς. Όλοι μαζί ζούσαν στην Ζαχάρω και ασχολούνταν με την γεωργία. Όταν όμως ξέσπασε ο μικρασιατικός πόλεμος και η Ελλάδα έστειλε στρατό για να προστατέψει τους Έλληνες που ζούσαν εκεί. Και κάπως έτσι, ο Σπυρίδων, ο μεγαλύτερος από τα αδέλφια επιστρατεύτηκε μαζί με άλλους κατοίκους της Ζαχάρως και πήγε στη Σμύρνη για να πολεμήσει, όπυ και χάθηκε. Από εκείνη  την στιγμή και μετά ξεκίνησε ένας γολγοθάς προκειμένου να τον εντοπίσουν. Τότε τα μέσα επικοινωνίας ήταν ελάχιστα και συνήθως τα νέα μεταφέρονταν από στόμα σε στόμα. Η μοναδική πληροφορία που έφτασε στην οικογένεια ήταν πως βρισκόταν σε ένα στρατόπεδο στην Σμύρνη και μετά από μια γενναία μάχη των Ελλήνων απέναντι στους Τούρκους τα ίχνη του χάθηκαν. Για αρκετό καιρό μετά την λήξη του πολέμου οι γονείς του και τα αδέλφια του έκαναν προσπάθειες να τον βρουν, αλλά ήταν μάταιες και χρονοβόρες, γιατί οι οικογένειες ήταν χιλιάδες. Το Κράτος εκείνη την εποχή αναζητούσε τρόπους για να εγκαταστήσει τους πρόσφυγες στην Ελλάδα και δεν ασχολούνταν με τους αγνοούμενους. Μάλιστα πολλές οικογένειες δημοσίευαν αγγελίες σε εφημερίδες ζητώντας πληροφορίες για τους δικούς τους ανθρώπους. Πολλοί μάλιστα κατέβαιναν στα λιμάνια της χώρας και ρωτούσαν τους συμπολεμιστές ή τους τραυματίες που είχαν καταφέρει να σωθούν  και μέσα από τον Ερυθρό Σταυρό. Όμως ακόμα και σήμερα όλες οι προσπάθειες για τον εντοπισμό του ήταν άκαρπες. Βέβαια εγώ και ο θείος μου ακόμα και τώρα αναζητούμε τρόπους και στοιχεία για να φτάσουμε στην αλήθεια.                                                            Νικολίτσα Σεβαστιάδη, Γ3

 

Στο τέλος του Εμφυλίου Πολέμου έγιναν δύο μεγάλες μάχες στη Ζαχάρω. Σκοτώθηκαν πολλοί χωροφύλακες και αντάρτες. Ακόμη και σήμερα, στο νεκροταφείο της Ζαχάρως υπάρχουν χωριστοί τάφοι, όπου έχουν ταφεί οι χωροφύλακες που έπεσαν στις συγκρούσεις.

Οι μάχες ήταν σφοδρές. Ακούγονταν συνεχώς πυροβολισμοί και αεροπλάνα πετούσαν πάνω από την περιοχή. Οι αντάρτες είχαν μπει στη Ζαχάρω, αλλά αργότερα έφτασε από την πλευρά της Σμέρνας ένας αξιωματικός, ο Ζάρας, και με τις δυνάμεις του τους απώθησε από την πόλη. Καθώς υποχωρούσαν, οι αντάρτες πέρασαν από τα γύρω χωριά και επίταξαν ζώα από τους κατοίκους. Ήρθαν και στο δικό μας σπίτι ζητώντας το άλογό μας. Τελικά πήραν όχι μόνο το άλογο αλλά και τη μητέρα μου, για να τους βοηθήσει στη μεταφορά των τραυματιών. Οι τραυματίες ήταν πολλοί και σε πολύ άσχημη κατάσταση.

Πριν φύγουν, προσπάθησαν να βάλουν φωτιά στο σπίτι μας. Πήραν ξύλα που είχαμε στοιβαγμένα στην αυλή και τα πέταξαν προς το σπίτι. Ήξεραν ότι ο αδελφός μου υπηρετούσε στον κυβερνητικό στρατό στη Βόρεια Ελλάδα και γι’ αυτό μας αντιμετώπιζαν εχθρικά. Ρωτούσαν επίμονα τη μητέρα μου πού βρισκόταν ο πατέρας μου. Εκείνη απαντούσε ότι βρισκόταν στα βουνά πολεμώντας, αφού δεν μπορούσε να τους αποκαλύψει τίποτε άλλο.

Από το χωριό Ροδινά επίταξαν πολλά ζώα, συνολικά δεκαεπτά άλογα. Μαζί με τα ζώα ακολούθησαν και ορισμένοι κάτοικοι, ανάμεσά τους και η μητέρα μου. Την πήραν, με την ευθύνη της φροντίδας των τραυματιών και ξεκίνησαν μια μακρά πορεία. Πέρασαν τον Αλφειό ποταμό και συνέχισαν για ώρες. Σε μια τοποθεσία που ονομαζόταν Κάπελη, η μητέρα μου άρχισε να τραβά φύλλα και να χαράζει σημάδια στα δέντρα, ώστε να μπορεί να αναγνωρίσει τη διαδρομή σε περίπτωση που επέστρεφαν από τον ίδιο δρόμο.

Όταν έκαναν στάση, όσοι κάτοικοι είχαν επιταχθεί ρώτησαν αν μπορούσαν να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Οι αντάρτες τους απάντησαν ότι είχαν ακόμη δρόμο μπροστά τους. Αργότερα έφτασαν σε έναν τόπο όπου είχαν σφαγεί ζώα (αρνιά και κατσίκια) και έβραζαν σε μεγάλα καζάνια. Τα κρέατα ήταν άφθονα, κομμένα σε μεγάλες μερίδες. Όπως θυμόταν η συγχωρεμένη η μητέρα μου, τα ζώα αυτά δεν ανήκαν στους αντάρτες, αλλά είχαν επιταχθεί από τους κατοίκους της περιοχής. Παρ’ όλα αυτά, στους ανθρώπους που τους ακολουθούσαν δεν έδωσαν ούτε ένα μικρό κομμάτι κρέας να φάνε.

Κάποια στιγμή τους επέτρεψαν να επιστρέψουν. Οι λίγοι που συνέχισαν πιο μακριά οδήγησαν τα δεκαεπτά άλογα το ένα πίσω από το άλλο.

Όταν η μητέρα μου ξανακαβάλησε τη φοράδα μας για τον γυρισμό, το ζώο ακολουθούσε μόνο του την ίδια διαδρομή που είχε περάσει προηγουμένως. Έτσι ξαναπέρασαν από τα ίδια σημεία και από το ίδιο πέρασμα του Αλφειού. Στην επιστροφή, οι κάτοικοι των χωριών από όπου περνούσαν έβγαιναν στον δρόμο και τους πρόσφεραν ό,τι είχαν. Τα χρόνια εκείνα ήταν δύσκολα· υπήρχε μόνο λίγο μπομποτένιο ή κριθαρένιο ψωμί και μερικά ξεροκόμματα. Η μητέρα μου τα μάζεψε στην ποδιά της και τα έφερε στο σπίτι.

  Προφορική μαρτυρία από τη γιαγιά μου, Αφροδίτη Ζαφειράκη-Θωμοπούλου

                                                                                              Λυδία Τσούτα, Γ3

 

 Ένα σημαντικό γεγονός που επηρέασε βαθιά την ιστορία της οικογένειάς μας συνέβη κατά τη διάρκεια του πολέμου στη Μικρά Ασία, το έτος 1922. Το γεγονός αυτό άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στις ζωές των μελών της οικογένειας και διαμόρφωσε τις αξίες και τον τρόπο ζωής των επόμενων γενεών.

Κατά τη διάρκεια του πολέμου στη Μικρά Ασία, χάθηκε ο έφεδρος αξιωματικός των Ενόπλων Δυνάμεων, Ζαφειρόπουλος Γεώργιος, συγγενής εξ αίματος πρώτου βαθμού. Παρά τις συνεχείς προσπάθειες τόσο των οικείων του όσο και της πολιτείας, τα ίχνη του δεν εντοπίστηκαν ποτέ.

Μετά την απώλειά του, το βάρος της επιμέλειας και της ανατροφής των τριών ανήλικων τέκνων του, ηλικίας τεσσάρων ετών, δύο ετών και έξι μηνών, έπεσε στη νεαρή σύζυγό του, Ζαφειροπούλου Γεωργία, η οποία ήταν μόλις 25 ετών. Παρά τη φτώχεια και την πενιχρή σύνταξη που λάμβανε ως θύμα πολέμου, κατάφερε με μεγάλη δύναμη ψυχής να μεγαλώσει όχι μόνο τα παιδιά της, αλλά αργότερα και τα εγγόνια της.

Ιδιαίτερα δύσκολες ήταν και οι συνθήκες που αντιμετώπισε κατά τη διάρκεια της Κατοχής του 1940. Παρ’ όλες τις κακουχίες, μεγάλωσε την οικογένειά της με αγάπη, στοργή και αφοσίωση. Με τον τρόπο που αντιστάθηκε στις δοκιμασίες της ζωής, κατάφερε να μεταδώσει στα παιδιά και τα εγγόνια της αξίες όπως η αξιοπρέπεια, το ήθος και ο σεβασμός.

Φρόντισε, επίσης, για τη στοιχειώδη μόρφωσή τους, ώστε ο καθένας να μπορέσει, ανάλογα με τα προσόντα του, να προσφέρει στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο και να τύχει της ανάλογης καταξίωσης.

Συμπερασματικά, η ιστορία αυτή δείχνει ότι όσο μεγάλες κι αν είναι οι δυσκολίες που μπορεί να αντιμετωπίσει ένας άνθρωπος, με θέληση, υπομονή, αξιοπρέπεια και εργατικότητα μπορεί να αναγεννηθεί και να κάνει μια καινούργια αρχή. Παράλληλα, μπορεί να μεταλαμπαδεύσει στις επόμενες γενιές την ιστορία και το αξιακό σύστημα της οικογένειάς του.

Κωνσταντίνα Φωτοπούλου, Γ3

 


Μια μνήμη που έχει μεταφερθεί από τη γενιά της μητέρας μου στη δικιά μου είναι όταν ο παππούς μου δούλευε ως σταθμάρχης στον σιδηροδρομικό σταθμό στον Αλφειό.


Η μητέρα μου και τα αδέρφια της, μαζί με τη γιαγιά και τον παππού μου, ζούσαν στον σταθμό, κάτι που σημαίνει ότι η παιδική τους ηλικία μπορεί να χαρακτηριστεί από τον ήχο των τρένων και τις μεγάλες διαδρομές με αυτά, αφού τότε τα αυτοκίνητα δεν ήταν δεδομένα σε όλες τις οικογένειες. Εκείνες τις εποχές η επικοινωνία μέσω των τρένων και του σταθμάρχη γινόταν με κώδικα Morse και όχι με e-mails, επειδή αυτά δεν υπήρχαν ακόμα. Τότε τα τρένα χρησιμοποιούνταν από πολύ περισσότερα άτομα σε σχέση με σήμερα, όπου σχεδόν κανείς δεν ταξιδεύει με τρένο. Η δουλειά του σταθμάρχη ήταν μία από τις πιο σημαντικές, γιατί ήταν υπεύθυνος για τον χειρωνακτικό έλεγχο και την άμεση επίβλεψη. Τα βασικά καθήκοντά του ήταν η διαχείριση της κυκλοφορίας των τρένων, ο χειρισμός συστημάτων σηματοδότησης και κλειδιών που τότε χρησιμοποιούσε ο τοπικός πίνακας κλειδιών. Η επικοινωνία συνήθως γινόταν με ανταλλαγή γραπτών εντολών. Συνολικά, ο ρόλος απαιτούσε συνεχή εγρήγορση και προσωπική κρίση, καθώς πολλά συστήματα δεν ήταν αυτοματοποιημένα, καθιστώντας τον ανθρώπινο παράγοντα κεντρικό στην ασφαλή λειτουργία του σιδηροδρομικού δικτύου.

Καλλιόπη Χριστοδουλοπούλου, Γ3

από την Ανέτα Φιλιπποπούλου  και τον Γιώργο Φιλιππόπουλο

 

«Είμαι ο Χότζα Βελαντίν και γεννήθηκα το 1977. Περίπου το 1944 ξεκίνησε η δικτατορία του Ενβέρ Χότζα στην Αλβανία. Η οικογένειά μου αποτελούνταν από 8 αδέρφια και τους γονείς μου. Ζούσαμε σε ένα μικρό χωριό, μακριά από πόλεις. Το μόνο που ήταν κοντά μας ήταν μια μικρή κοινότητα που είχε τα βασικά πράγματα που χρειαζόμασταν ως οικογένεια.

Η δικτατορία ήταν για εμάς, όπως και για πολύ κόσμο, ένα σκληρό πολιτικό σύστημα. Το καθεστώς αυτό πήρε με το «έτσι θέλω» την περιουσία του καθενός και την έκανε περιουσία του κράτους. Από τη μια μέρα στην άλλη, ο κόσμος βρέθηκε να δουλεύει για το κράτος στην ίδια του την περιουσία. Η εργασία ήταν υποχρεωτική για όλους και ο μόνος λόγος για να μη δουλέψει κάποιος ήταν με χαρτί γιατρού για κάποιο θέμα υγείας.

Οι ώρες εργασίας ενός αγρότη, όπως του πατέρα μου, ξεκινούσαν από τις 7 το πρωί έως αργά το βράδυ, χωρίς σταθερό ωράριο ή το γνωστό 8ωρο που ισχύει σήμερα. Όσο για την αμοιβή, δεν υπήρχε μισθός της ημέρας· βασιζόταν στην απόδοση και όχι στις ώρες. Ανάλογα με την απόδοση αντιστοιχούσε και ο μισθός. Η αμοιβή ήταν ελάχιστη, με αποτέλεσμα, όσο και να δούλευε κανείς, να μην έχει τη δυνατότητα να μεγαλώσει μια οικογένεια ευπρεπώς. Αυτό ήταν ένα μεγάλο πλήγμα για τους γονείς μας, που σε καθημερινή βάση έδιναν την ψυχή τους, αλλά ποτέ δεν ήταν αρκετό για να μας μεγαλώσουν με την άνεση που ήθελαν.

Όσο για το θέμα της εκπαίδευσης, ήταν κάτι υποχρεωτικό, από το προνήπιο έως την 3η Γυμνασίου. Η εκπαίδευση λειτουργούσε πολύ καλά και θεωρώ ότι, από αυτά που μας παρείχε αυτό το σύστημα, η εκπαίδευση και η ασφάλειά μας ήταν τα μοναδικά πλεονεκτήματα. Επιπλέον, πάνω στο θέμα της εκπαίδευσης, δεν είχαν όλοι τη δυνατότητα να σπουδάσουν εξαιτίας των οικονομικών προβλημάτων που είχε η πλειοψηφία της χώρας. Ενώ πολλά παιδιά είχαν τις ικανότητες, δεν μπόρεσαν να σπουδάσουν εξαιτίας της πολιτικής, που ήταν έτσι δομημένη ώστε να αποτρέπει τους περισσότερους από το να σπουδάσουν. Όχι διότι χρειάζονταν πληρωμή για τα πανεπιστήμια, αλλά επειδή οι γονείς αναγκάζονταν να βάλουν τα παιδιά να δουλέψουν για να ανταπεξέλθουν οικονομικά.

Οι νόμοι της δικτατορίας ήταν αυστηροί. Ο κόσμος δεν είχε το δικαίωμα να εκφράσει αυτό που πίστευε· όλοι όφειλαν να συμφωνούν με ό,τι τους «σέρβιρε» το κράτος. Όποιος εξέφραζε αντίρρηση, κινδύνευε, ξεκινώντας από μια μικρή «μαύρη βούλα» στο ποινικό μητρώο του, έως και εξορία όλης της οικογένειας. Επιπλέον, υπήρχε και η φυλάκιση. Όποιος έβριζε αυτό το σύστημα της δικτατορίας έμπαινε φυλακή.

Άλλοι σοβαροί κανόνες ήταν η διανομή τροφής. Κάθε οικογένεια, αναλογικά με τα μέλη της, έπαιρνε και τα υποτιθέμενα τρόφιμα που είχε ανάγκη, τα οποία και πάλι δεν έφταναν.

Δεν μπορώ να μην αναφέρω ότι μου λείπει αυτή η σιγουριά και ασφάλεια που ένιωθα, καθώς δεν φοβόμουν τον διπλανό μου και δεν ανησυχούσα για το ποιος είναι και αν μπορεί να κάνει κακό.

Το 1990 το σύστημα της δικτατορίας φτάνει στο τέλος του. Επιτέλους ο κόσμος, μετά από τα 56 χρόνια που διήρκεσε η δικτατορία, είχε εξαγριωθεί τόσο πολύ, με αποτέλεσμα να ξεσηκωθούν και να καταστρέψουν το σύστημα αυτό και το άγαλμα που είχε χτιστεί στην πλατεία της πρωτεύουσας για τον δικτάτορα (στις 20/02/1991). Το άγαλμα είχε ύψος 20 με 25 μέτρα και ήταν φτιαγμένο από μπρούντζο (ένα τύπο χαλκού), μπετόν και έναν σκελετό από σίδερο (χάλυβα). Μαζί με την καταστροφή του αγάλματος καταστράφηκε και η δικτατορία.

Προφορική μαρτυρία από τον μπαμπά μου, Χότζα Βελαντίν

Χότζα Δανάη, Γ3

 

Τον Αύγουστο του 2007, η οικογένειά μου έμενε στο Λιβαδάκι Ολυμπίας. Εκείνη την περίοδο είχε γεννηθεί μόνο η αδερφή μου. Στις 24 Αυγούστου του 2007, ο πατέρας μου δούλευε στο Χρυσοχώρι Ηλείας, κάτω από συνθήκες με πολύ δυνατούς ανέμους και υψηλές θερμοκρασίες. Ενώ έβαφε το σπίτι μιας πελάτισσας, παρατήρησε στο απέναντι χωράφι μια ηλικιωμένη γυναίκα να προσπαθεί να σβήσει τη φωτιά που είχε πιάσει στο σπίτι της.

Η πρώτη κίνηση του πατέρα μου ήταν να καλέσει την Πυροσβεστική. Του απάντησε η Πυροσβεστική της Αμαλιάδας, διότι τα οχήματα της Πυροσβεστικής του Πύργου είχαν μεταφερθεί σε άλλη φωτιά. Την ίδια στιγμή, έδινε πληροφορίες και τις συντεταγμένες για να έρθουν και να σβήσουν τη φωτιά. Λίγα λεπτά αργότερα, ήρθε ένα αεροπλάνο Καναντέρ (Canadair) και προσπάθησε να σβήσει τη φωτιά. Λόγω των δυνατών ανέμων, όμως, η φωτιά ξέφυγε εκτός ελέγχου. Εξαπλώθηκε με απίστευτη ταχύτητα, με αποτέλεσμα να εγκλωβιστούν πολλοί άνθρωποι, οι οποίοι κατέληξαν σε τραγικό θάνατο.

Ο πατέρας μου, βλέποντας την κατάσταση που επικρατούσε γύρω του, πήρε τους εργάτες του και τους πήγε στα σπίτια τους. Στη συνέχεια, συνέχισε τον δρόμο του μέσω Κρεστένων για το χωριό, όπου μπροστά του βρισκόταν ένα λευκό Fiat. Παρατήρησε ότι το όχημα έκανε συχνές στάσεις και όποτε σταματούσε, ξεσπούσαν εστίες φωτιάς. Πήρε τις πινακίδες του αμαξιού και πήγε στο χωριό για να καταφέρει να μεταφέρει την οικογένειά μας στη Μεγαλόπολη, σε ένα ασφαλές μέρος.

Ο παππούς μου με τον πατέρα μου γύρισαν πίσω, ώστε να μπορέσουν να βοηθήσουν να σωθούν οι περιουσίες τους. Η γιαγιά μου, η μαμά μου και η αδερφή μου, είχαν μείνει πίσω στη Μεγαλόπολη, όπου την επόμενη μέρα έπιασε φωτιά και αναγκάστηκαν να ξαναγυρίσουν πίσω. Στον δρόμο της επιστροφής, η Αστυνομία της Ανδρίτσαινας δεν επέτρεπε να περάσουν για να πάνε στο χωριό. Με τη βοήθεια του ξαδέλφου του πατέρα μου, κατάφεραν και πέρασαν μέσα από αγροτικούς δρόμους. Αν και ήταν πολύ επικίνδυνο, λόγω της πυρκαγιάς, κατάφεραν να φτάσουν στον προορισμό τους.

Όλο το βράδυ η οικογένειά μου δεν μπορούσε να κοιμηθεί, βλέποντας να καίγονται τα πάντα και να είναι γεμάτα στάχτες. Το μεσημέρι της επόμενης μέρας που άνοιξαν οι δρόμοι, έφυγαν για την Αθήνα, λόγω του ότι δεν είχαν ούτε ρεύμα, ούτε νερό, ούτε τηλέφωνο. Φτάνοντας στην Αθήνα, ο πατέρας μου τηλεφώνησε στην Αστυνομία για να τους ενημερώσει για το συμβάν που έγινε με το αμάξι. Όμως, η Αστυνομία είχε ήδη συλλάβει τον ύποπτο, λόγω του ότι βρέθηκαν εκρηκτικές ύλες στο αμάξι του. Έπειτα, ζήτησαν από τον πατέρα μου να παραβρεθεί ως μάρτυρας και αμέσως δέχτηκε.

Όμως, όταν έγιναν οι δίκες, δεν ειδοποίησε κανείς τους μάρτυρες. Οι μάρτυρες δεν παραβρέθηκαν στα δικαστήρια, με αποτέλεσμα οι κατηγορούμενοι να ελευθερωθούν, λόγω του ότι οι πράξεις που τους βάραιναν ήταν πλημμεληματικού χαρακτήρα. Έπειτα από όλα αυτά τα γεγονότα, οι γονείς μου και η αδερφή μου, ένα χρόνο μετά, μετακόμισαν.      

                                                                                                              Μπεντεβή Ιωάννα, Γ2 

Έχουν περάσει 86 ολόκληρα χρόνια από τον πόλεμο του 1940. Δυστυχώς, για κάποιους από τους στρατιώτες που πολέμησαν τότε στην πρώτη γραμμή, κανένας δεν έμαθε ποτέ τίποτα για την τύχη τους. Δεν επέστρεψαν ποτέ στα σπίτια τους, αλλά ούτε και βρέθηκαν οι σοροί τους. Έμειναν για πάντα στην κατηγορία των αγνοουμένων, κάτι που αποτελεί μια από τις πιο οδυνηρές συνέπειες κάθε πολέμου.

Ένας από αυτούς τους ανθρώπους ήταν και ο αγαπημένος Μιλτιάδης Αντωνόπουλος, θείος του παππού μου. Όλα ξεκίνησαν ένα πρωινό εκείνων των ιστορικών ημερών, όταν ο προπάππους μου, μαζί με άλλους άνδρες από το χωριό τους, την Πλατιάνα Ηλείας, αποχαιρέτησαν τους δικούς τους και έφυγαν για το μέτωπο. Κατά τους πρώτους μήνες του πολέμου, η οικογένειά του έλαβε γεμάτη ελπίδα δύο γράμματα από εκείνον. Μετά, όμως, επικράτησε απόλυτη σιωπή.

Όταν ο πόλεμος τελείωσε και ο Μιλτιάδης δεν επέστρεψε, τα αδέλφια του ξεκίνησαν μια μεγάλη και επίμονη προσπάθεια αναζήτησης μέσω του Ερυθρού Σταυρού, όπως θυμάται και διηγείται μέχρι σήμερα η μαμά μου. Μάλιστα, ο μικρότερος αδελφός του (ο παππούς της μαμάς μου) καθώς και ένας ακόμη αδελφός του, ο οποίος είχε μεταναστεύσει στην Αμερική, τον αναζήτησαν εντατικά για πολλά χρόνια.

Σε αυτή τη διαδρομή, συναντήθηκαν και με άλλους ανθρώπους που έψαχναν απεγνωσμένα τους δικούς τους συγγενείς. Μοιράζονταν την ίδια ακριβώς αγωνία, αλλά και την ίδια λαχτάρα στην ψυχή τους· έπαιρναν κουράγιο ο ένας από τον άλλον για να συνεχίσουν τον δύσκολο αγώνα της αναζήτησης. Δυστυχώς, όμως, παρά τις προσπάθειες, ο παππούς Μιλτιάδης Αντωνόπουλος δεν βρέθηκε ποτέ και η μνήμη του μένει ζωντανή μέσα από την οικογενειακή μας ιστορία.

Μάριος Θανάσουλας, Γ1

Στις 5 Απριλίου του 1965, ένας ισχυρός και καταστροφικός σεισμός μεγέθους 6,1 έως 6,2 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ έπληξε την Κεντρική και Δυτική Πελοπόννησο. Το επίκεντρο του σεισμού εντοπίστηκε στην ορεινή περιοχή δυτικά της Μεγαλόπολης, στα όρια των νομών Αρκαδίας και Ηλείας. Εξαιτίας του μικρού εστιακού βάθους και της σφοδρότητας της δόνησης, ολόκληρα χωριά στους νομούς Ηλείας, Αρκαδίας και Αχαΐας ισοπεδώθηκαν μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα.

Ο πατέρας μου ζούσε τότε στη Μίνθη Ηλείας μαζί με την οικογένειά του, όντας ένα βρέφος μόλις έξι ημερών. Το πατρικό τους σπίτι βρισκόταν στο κέντρο του χωριού, ανάμεσα σε αρκετά άλλα σπιτικά γύρω από την πλατεία. Λόγω της εγγύτητας του χωριού με το επίκεντρο, η Μίνθη υπέστη ολοκληρωτική καταστροφή.

Εκείνη την ημέρα, σύμφωνα με τα λόγια της γιαγιάς μου, ο καιρός ήταν βροχερός και το κρύο τσουχτερό. Η ίδια, μαζί με τα πέντε παιδιά της οικογένειας, βρισκόταν στο παραγώνι και ετοίμαζε το φαγητό. Ξαφνικά, η γη άρχισε να σείεται βίαια και η γιαγιά, χωρίς δεύτερη σκέψη, πήρε όλα τα παιδιά στην αγκαλιά της για να τα προστατεύσει. Οι τοίχοι του σπιτιού κουνιόνταν δεξιά και αριστερά, καθώς ο σεισμός ήταν παλλόμενος. Η δόνηση διάρκεσε αρκετά δευτερόλεπτα. Μόλις κατάφεραν να περάσουν την πόρτα και να βγουν έξω, ακούστηκε ένας εκκωφαντικός θόρυβος: ο τοίχος του σπιτιού είχε καταρρεύσει. Η αστραπιαία απόφασή της να εγκαταλείψει το σπίτι αποδείχθηκε σωτήρια τόσο για την ίδια όσο και για όλη την οικογένειά της.

Οι επόμενες ώρες τους βρήκαν να κάθονται μέσα στο κρύο, στην άκρη της αυλής, παρακολουθώντας το χωριό τους να έχει μετατραπεί σε ερείπια. Η ανησυχία, ο φόβος και η αγωνία για το πώς θα επιβιώσουν χωρίς σπίτι ήταν ζωγραφισμένα στα πρόσωπά τους. Δυστυχώς, η κρατική βοήθεια άργησε να φτάσει, αλλά μετά από λίγες ημέρες η κατάσταση άρχισε να οργανώνεται χάρη στη διεθνή κινητοποίηση.

Ανθρωπιστικές αποστολές από την Αμερική έφτασαν άμεσα στην πληγείσα περιοχή της Ηλείας. Μοίρασαν στις οικογένειες που έχασαν τα σπίτια τους εκατοντάδες στρατιωτικές σκηνές, καθώς και εφόδια πρώτης ανάγκης, όπως ρούχα, κλινοσκεπάσματα, ξηρά τροφή και γάλα σε σκόνη. Χαρακτηριστική σκηνή της τραγικής κατάστασης και της παγωνιάς ήταν ότι η γιαγιά, για να μη παγώσει ο μπαμπάς μου που ήταν νεογέννητος, ζέστανε ένα κεραμίδι και τον έβαλε προσεκτικά μέσα για να ζεσταθεί.

Όλος ο χειμώνας κύλησε κάτω από αυτές τις εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες, μέσα στις αμερικανικές σκηνές. Όταν πια ήρθε η άνοιξη και ο καιρός βελτιώθηκε, ο παππούς και η γιαγιά πήραν τη μεγάλη απόφαση να μετακομίσουν στην Καλίδονα, όπου βρήκαν ένα σπίτι για να νοικιάσουν. Εργάζονταν σκληρά στα χωράφια και, όταν κατάφεραν να μαζέψουν κάποια χρήματα, αγόρασαν με το υστέρημά τους ένα δικό τους κτήμα κοντά στην περιοχή της Ζαχάρως, προσπαθώντας να χτίσουν τη ζωή τους από την αρχή.

Ο σεισμός αυτός σημάδεψε ανεξίτηλα τόσο τη δική μου οικογένεια όσο και εκατοντάδες άλλες στην ορεινή Ολυμπία. Ευτυχώς, από τους δικούς μας ανθρώπους δεν υπήρξαν θύματα, όμως πολλοί συνάνθρωποι και συγχωριανοί μας έχασαν τη ζωή τους εκείνη την ημέρα. Η επιβίωση ήταν ένας καθημερινός άθλος και οι συνέπειες του Εγκέλαδου καταστροφικές. Παράλληλα, όμως, αυτή η δοκιμασία ανέδειξε την έμπρακτη ανθρώπινη αλληλεγγύη των ξένων αποστολών και ιδιαίτερα των ΗΠΑ, σε μια μάλιστα ιδιαίτερα τεταμένη πολιτική περίοδο σε παγκόσμιο επίπεδο, όπως αυτή του Ψυχρού Πολέμου.

Χαράλαμπος Αναστασόπουλος (πατέρας) &

Παναγιώτα Τριγάζη-Αναστασοπούλου (γιαγιά)
Μαρία Αναστασοπούλου, Γ1

Ο προπάππους μου ήταν ένας εύπορος γαιοκτήμονας. Με προσωπικό κόπο και σκληρή δουλειά είχε καταφέρει να εξασφαλίσει μια καλή ζωή για την οικογένειά του και φρόντιζε να στηρίζει τα τέσσερα παιδιά του όσο μπορούσε.

Χάρη στη βοήθειά του, είχε εξασφαλίσει μία θέση για τον γιο του, τον παππού μου, στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδας.  Όμως, τα πολιτικά γεγονότα της εποχής άλλαξαν την πορεία της ζωής του. Όταν η χούντα ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας, ζητήθηκε από τον παππού μου να συμμορφωθεί με κανόνες που δεν ταίριαζαν στις αξίες του. Ο παππούς μου ήταν φιλελεύθερος άνθρωπος και δεν δεχόταν πιέσεις ούτε συμβιβασμούς.

Ο παππούς μου απαρνήθηκε την κληρονομιά του πατέρα του και έπειτα παραιτήθηκε από τη δουλειά του. Το μόνο που του ζήτησε ήταν η δυνατότητα να σπουδάσει ώστε να φύγει από την Ελλάδα, και έτσι έγινε. Ο πατέρας του τον στήριξε οικονομικά και έφυγε για την Ιταλία, όπου σπούδασε αρχιτεκτονική. Εγκαταστάθηκε στη Νάπολη και με τον καιρό έγινε γνωστός και καταξιωμένος αρχιτέκτονας. Συμμετείχε σε μεγάλα έργα και σχεδίασε σημαντικές υποδομές της πόλης.

Στη Νάπολη παντρεύτηκε μία Ναπολιτάνα, τη γιαγιά μου και έφτιαξε την οικογένειά του. Ωστόσο, η μεγαλύτερη του κόρη, η μητέρα μου, παρουσίασε σοβαρή αλλεργία στο κλίμα της περιοχής. Έτσι, ο παππούς μου αποφάσισε να επιστρέψει με την οικογένειά του στην Ελλάδα. Επειδή όμως είχε ακόμη επαγγελματικές υποχρεώσεις στην Ιταλία, η οικογένεια επέστρεψε πρώτη, ενώ εκείνος έμεινε πίσω για να ολοκληρώσει το έργο του. Δυστυχώς όμως δεν πρόλαβε, γιατί μετά από 4 χρόνια έφυγε πρόωρα από τη ζωή, στα 51 του χρόνια.

Προφορική μαρτυρία από τη μητέρα μου Χριστίνα Νάνου, Άννα Μιχοπούλου, Γ1

 

 

 

Στις φωτιές του 2007, μια πολύ μεγάλη φωτιά είχε ξεσπάσει στο χωριό μου, το Λατζόι. Η φωτιά αυτή είχε ξεκινήσει από ένα βουνό κοντά στο χωριό μου και κατάφερε να κάψει πολλά χωράφια και σπίτια. Επίσης, η φωτιά έφτασε μέχρι και μπροστά από το σπίτι μου, όπου εκείνη την ώρα βρίσκονταν η γιαγιά μου, ο παππούς μου, ο πατέρας μου και ο θείος μου. Η φωτιά είχε φτάσει ακριβώς μπροστά από το σπίτι μου και είχε περικυκλώσει και κάποια γειτονικά σπίτια.

Όταν οι δικοί μου και οι γείτονες είδαν ότι δεν ερχόταν καμία βοήθεια, πιάσανε όλοι μαζί τα λάστιχα και προσπαθούσαν να σταματήσουν την πορεία της φωτιάς, ώστε να σώσουν τα σπίτια αλλά και τους εαυτούς τους. Μετά από αρκετή ώρα προσπάθειας, κατάφεραν να σταματήσουν τη φωτιά και να σώσουν τα σπίτια τους.                 Δημήτρης Μπαρτζάκος, Γ2


Μέσα από αφηγήσεις της γιαγιάς μου ξεδιπλώνεται ολόκληρη η ιστορία της Μικρασιατικής καταστροφής. Από πολύ μικρή ηλικία στα οικογενειακά μας τραπέζια ή τις κρύες νύχτες του χειμώνα στο τζάκι οι αναμνήσεις ξυπνούσαν και ξετυλίγονταν για να αφήσουν ανεξίτηλα σημάδια στο παιδικό μυαλό μου.

Οι παππούδες της γιαγιάς μου εκδιώχθηκαν από την Κωνσταντινούπολη το 1922 με βίαιο τρόπο παίρνοντας μαζί τους αντικείμενα αξίας συναισθηματικής και χρυσές λίρες τα οποία μετέφεραν στο Σουφλί τον Έβρο όπου και εγκαταστάθηκαν. Εγκατέλειψαν τον πλούσιο βίο που διήγαν και με τα λίγα υπάρχοντά τους και τις λιγοστές αναμνήσεις τους ξεκίνησαν μια καινούρια ζωή στο Σουφλί ασχολούμενοι πλέον με τους μεταξοσκώληκες και την μεταξουργία. Η γιαγιά μου, Ανδρομάχη Νικολετοπούλου – Αρβανιτίδου, πολύ παραστατικά διηγείται γεγονότα από την καθημερινή ζωή τους στην Κωνσταντινούπολη και την αλλαγή που τους επέβαλλαν βίαια οι διεθνείς ανακατατάξεις της παγκόσμιας ιστορίας.

Νικολέτα – Μαρίνα Χρονοπούλου, Γ3

Το καλοκαίρι είχαμε μαζευτεί μαζί με τα ξαδέλφια μου στην πλατεία του χωριού, στο Ανήλιο της Ζαχάρως, όπου σε μια καρέκλα δίπλα από την εκκλησία καθόταν η γιαγιά μου. Ξαφνικά, μας φώναξε κοντά της για να μας διηγηθεί μια παράξενη ιστορία.

Τότε, η γιαγιά άρχισε να μας λέει ότι πριν από την Επανάσταση του 1821, ο Κολοκοτρώνης μαζί με τους συντρόφους του καταδιώκονταν από τους εχθρούς και περιπλανήθηκαν στην περιοχή μας. Σύμφωνα με τα λεγόμενά της, η αδελφή του Κολοκοτρώνη, για να γλιτώσει από τους Τούρκους, παντρεύτηκε κάποιον Δούφα από τη Γλάτσα (σημερινό Ανήλιο). Την κοπέλα την έλεγαν Μανθώ ή Μάρθα και μάλιστα όλοι είχαν να πουν τα καλύτερα λόγια για εκείνη.

Περνώντας τα χρόνια, ο αδελφός της έτυχε να περάσει ξανά από τα μέρη μας και αναγνώρισε λένε από μακριά τη φωνή της. Έτσι τα αδέλφια συναντήθηκαν ξανά μετά από περίπου 15 με 20 χρόνια. Όλα αυτά τα χρόνια κανένας από τους νεότερους δεν πίστευε ότι είμαστε απόγονοι των Κολοκοτρωναίων. Μετά την αφήγηση της γιαγιάς, όμως, όλες οι φήμες επιβεβαιώθηκαν, με αποτέλεσμα σήμερα στην οικογένειά μας να είναι διαδεδομένη η φράση: «Είμαστε απόγονοι των Κολοκοτρωναίων».           Προφορική μαρτυρία από την Ευγενία Δούφα 

                                                                     στην Αλεξάνδρα Κόλλια, μαθήτρια του Γ2


Την εποχή του Εμβέρ Χότζα, ο οποίος ήταν ο δικτάτορας της Αλβανίας, οι παππούδες μου αναγκάζονταν να χτίζουν οχυρά (καταφύγια), παρόλο που δεν είχαν δυνάμεις ούτε ενέργεια. Λόγω της μεγάλης φτώχειας, δεν υπήρχαν χρήματα για φαγητό και τα ελάχιστα τρόφιμα που διέθεταν δεν αρκούσαν για να θρέψουν τους ίδιους και την οκταμελή οικογένειά τους. Ο Χότζα τούς υποχρέωνε, είτε το ήθελαν είτε όχι, να κατασκευάζουν αυτά τα καταφύγια για την περίπτωση ενός μελλοντικού πολέμου. Ακόμα κι αν το έκανε με το πρόσχημα της ασφάλειάς τους, θα έπρεπε τουλάχιστον να τους εξασφαλίζει ένα κομμάτι ψωμί, ώστε να έχουν τη δύναμη να εργαστούν.                                                                                               Σεάνα Σέχι, Γ3


Οι γονείς μου γεννήθηκαν σε μια χώρα που είχε κομμουνιστικό καθεστώς. Πέρασαν μια πολύ δύσκολη ζωή, καθώς η κυβέρνηση ήταν ιδιαίτερα σκληρή. Δεν υπήρχε ελευθερία, δεν τους επέτρεπαν να έρχονται σε επαφή με ανθρώπους από άλλες χώρες του εξωτερικού, ούτε μπορούσαν να μιλήσουν ελεύθερα για τα προβλήματά τους.

Μετά την πτώση του κομμουνισμού, τα πράγματα άλλαξαν. Εκείνες ήταν οι πιο δύσκολες μέρες· οι άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους προσπαθώντας να διαφύγουν. Άλλοι έφυγαν με καράβια για την Ιταλία, άλλοι με τα πόδια προς την Ελλάδα και άλλοι κατέφυγαν στις πρεσβείες, αναζητώντας μια καινούργια ζωή. Στην αρχή δούλευαν σκληρά, μένοντας μερικές φορές χωρίς φαγητό, στα χωράφια ή στους δρόμους — όπου έβρισκαν. Με πολλή προσπάθεια και σκληρή δουλειά, κατάφεραν σιγά-σιγά να ορθοποδήσουν και να βελτιώσουν τη ζωή τους.                                                                                       Σούρμπι Ιουλιανός, Γ3


Αυτή την ιστορία που θα διηγηθώ, μου την έχει εξιστορήσει η γιαγιά μου, Παναγιώτα Μπελέρη. Ο πατέρας μου είναι οικονομικός μετανάστης από την Αλβανία, ο οποίος ήρθε στην Ελλάδα αναζητώντας εργασία και μια καλύτερη ζωή.

Η μητέρα του πατέρα μου, η Σταυρούλα, και ο παππούς του, ο Γιώργος, πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ζούσαν σε ένα χωριό κοντά στα Γιάννενα και ήταν Βορειοηπειρώτες. Όταν τελείωσε ο πόλεμος και άλλαξαν τα σύνορα, τα αδέλφια του προπάππου μου έμειναν στην Ελλάδα, ενώ ο ίδιος εγκλωβίστηκε στην Αλβανία. Το αλβανικό καθεστώς δεν τους επέτρεπε να έχουν την παραμικρή επαφή με τους συγγενείς τους στην Ελλάδα. Επιπλέον, απαγόρευε στα παιδιά τους να μιλούν και να μαθαίνουν την ελληνική γλώσσα.

Μετά από αρκετά χρόνια, το καθεστώς εκτόπισε πολλούς κατοίκους από τα χωριά τους και τους μετέφερε σε μια βιομηχανική περιοχή στα Τίρανα, όπου τους παραχωρήθηκαν σπίτια για να εργαστούν σε εργοστάσια. Εκεί, η γιαγιά μου παντρεύτηκε έναν Αλβανό και απέκτησαν τρία παιδιά: δύο κορίτσια και ένα αγόρι, τον πατέρα μου. Οι θείες μου δεν γνωρίζουν ελληνικά, όμως ο πατέρας μου έμαθε από μικρός γραφή και ανάγνωση. Η γιαγιά μου ήταν μέλος της «Ομόνοιας», μιας οργάνωσης των Βορειοηπειρωτών. Μέσω αυτής, γνώρισε μια Ελληνίδα δασκάλα και έτσι, κρυφά από τον Αλβανό παππού μου, έμαθε στον πατέρα μου την ελληνική γλώσσα. Η γιαγιά διατηρούσε κρυφά τα ελληνικά ήθη και έθιμα μέσα στο σπίτι, όπως έκαναν σχεδόν όλοι οι Βορειοηπειρώτες. Έτσι, όταν ο πατέρας μου αποφάσισε να έρθει στην Ελλάδα, έλαβε τη σχετική βεβαίωση (πιστοποίηση) από την Ομόνοια και εισήλθε νόμιμα στη χώρα ως Βορειοηπειρώτης.

Αυτό το γεγονός εντάσσεται στην παγκόσμια ιστορία των γεωπολιτικών ανακατατάξεων και της αλλαγής των συνόρων, εξαιτίας των οποίων χιλιάδες άνθρωποι απομονώθηκαν βίαια από τις οικογένειές τους.

Βικτώρια Μπεκρή, Γ2

 

Το 1943, κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ο προπάππους μου, Ζαχαρίας Ζαχαρόπουλος, συμμετείχε σε μια ριψοκίνδυνη επιχείρηση για τη διάρρηξη των αποθηκών στον Κακόβατο και την αρπαγή της σταφίδας που είχαν επιτάξει οι  Ιταλοί κατακτητές από όλη την περιοχή. Στόχος των ντόπιων ήταν να πάρουν πίσω τη σταφίδα, για να γλιτώσουν τον κόσμο από την ασιτία. Δεν κατάφεραν όμως να πάρουν κάτι, γιατί οι ιταλικές δυνάμεις τούς αντιλήφθηκαν και κινήθηκαν αμέσως προς τις αποθήκες για να εξοντώσουν τους «κλέφτες».

Αυτό το τραγικό συμβάν επηρέασε βαθύτατα όλη την περιοχή. Κάποιοι άνθρωποι έχασαν αμέσως τη ζωή τους από τα πυρά των Ιταλών μέσα και γύρω από τις αποθήκες, ενώ υπήρξαν και αρκετοί τραυματισμοί. Μετά το περιστατικό αυτό και τα σκληρά αντίποινα των δυνάμεων Κατοχής, οι ελλείψεις έγιναν ακόμη πιο εφιαλτικές· πολλοί κάτοικοι –ανάμεσά τους πολλοί ενήλικες αλλά και μικρά παιδιά– πέθαναν τελικά από την πείνα, επειδή στερήθηκαν και τα τελευταία αποθέματα φαγητού.

Αυτό το γεγονός συνδέεται άμεσα με την παγκόσμια ιστορία και συγκεκριμένα με τις θηριωδίες, τις εκτελέσεις και τον τεχνητό λιμό που επέβαλαν οι δυνάμεις του Άξονα στους υπόδουλους λαούς κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.

Αυτή την ιστορία μού τη διηγήθηκε ο Λυκούργος Ζαχαρόπουλος.

Γεώργιος Ζαχαρόπουλος, Γ1

Οι γονείς της μητέρας μου κατάγονται από το Μεσολόγγι, έναν τόπο με ιδιαίτερη ιστορική σημασία για την Ελλάδα. Το Μεσολόγγι είναι γνωστό κυρίως για την Έξοδο του 1826, ένα από τα πιο συγκλονιστικά γεγονότα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Αν και αυτά τα γεγονότα συνέβησαν πριν από πολλούς αιώνες, παραμένουν ζωντανά στη μνήμη των κατοίκων της περιοχής. Η ιδέα της θυσίας, της ελευθερίας και της αντίστασης αποτελεί μέρος της ταυτότητας του τόπου και μεταφέρεται από γενιά σε γενιά μέσα από αφηγήσεις, μνήμες και παραδόσεις. Έτσι, η εθνική ιστορία γίνεται κομμάτι της οικογενειακής μου ιστορίας.

Από την πλευρά του πατέρα μου, οι παππούδες μου κατάγονται από τη Νέα Φιγαλεία (Ζούρτσα) του νομού Ηλείας, μια περιοχή που συνδέεται κυρίως με την αγροτική ζωή. Οι άνθρωποι εκεί αντιμετώπισαν πολλές δυσκολίες στο πέρασμα των χρόνων, όπως φτώχεια, πολέμους και οικονομικές κρίσεις. Οι συνθήκες αυτές επηρέασαν τις επιλογές τους, τον τρόπο ζωής τους και τον καθημερινό τους αγώνα για επιβίωση. Αυτές οι εμπειρίες, αν και δεν καταγράφονται στα βιβλία της ιστορίας, αποτελούν σημαντικό μέρος της κοινωνικής και εθνικής ιστορίας της χώρας.

Μέσα από την καταγωγή της οικογένειάς μου καταλαβαίνω ότι τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα δεν μένουν στο παρελθόν, αλλά επηρεάζουν τη ζωή των ανθρώπων και διαμορφώνουν τις αξίες τους. Οι μνήμες, οι εμπειρίες και οι δυσκολίες των προγόνων μου αποτελούν μέρος της δικής μου ταυτότητας και με βοηθούν να κατανοήσω καλύτερα το παρόν.

Πιστεύω ότι γνωρίζοντας την οικογενειακή μας ιστορία, κατανοούμε καλύτερα και την ιστορία του τόπου μας. Νιώθω ότι κουβαλάω μέσα μου ένα κομμάτι από το παρελθόν της χώρας μου, όχι μόνο ως γνώση αλλά και ως εμπειρία που μεταδόθηκε μέσα από τις γενιές. Έτσι, η παγκόσμια και η εθνική ιστορία δεν είναι κάτι μακρινό, αλλά μια ζωντανή ιστορία που συνεχίζεται και μέσα από εμένα.

Την ιστορία μου την είπε η μαμά μου Δασκαλοπούλου Σοφία,

Κατσάμπουλα Αγγελική, Γ1



Ο πατέρας μου, Γιώργος Μανάβης, την Παρασκευή 24 Αυγούστου 2007, βρισκόταν σε υπηρεσία ως προϊστάμενος επιφυλακής στο Δασαρχείο Ολυμπίας, στην Κρέστενα. Γύρω στις 3:30 το μεσημέρι, τον κάλεσε στο τηλέφωνο η συνάδελφός του και προϊσταμένη του Δασονομείου Ζαχάρως, κα Φραγκούδη. Εκείνη ήταν σύζυγος του Αντώνη Κρέσπη, του αντιδημάρχου Ζαχάρως που έχασε τελικά τη ζωή του στις φλόγες. Του μετέφερε ότι ο Αντώνης είχε επικοινωνήσει μαζί της, λέγοντας πως είχε εγκλωβιστεί πριν από την Αρτέμιδα (Κουμουθούκρα) μαζί με τον δήμαρχο και αρκετό κόσμο.

Αμέσως, ο πατέρας μου ενημέρωσε τον Δασάρχη, κ. Γιακουμή, πήρε το υπηρεσιακό τζιπ και πέρασε από το σπίτι του για να τον παραλάβει, ώστε να κατευθυνθούν μαζί προς το μέτωπο της φωτιάς.

Φτάνοντας στη Ζαχάρω, πήραν τον δρόμο προς την Αρήνη, όπου είχαν ήδη συγκεντρωθεί αστυνομικές δυνάμεις και κόσμος. Στο υπηρεσιακό όχημα επιβίβασαν και τον Αστυνομικό Διευθυντή και χάρη στην εμπειρία τους με τις δασικές πυρκαγιές, κατάφεραν να βρουν δίοδο και να εισέλθουν στην καμένη έκταση. Όταν έφτασαν στο μοιραίο σημείο, αντίκρισαν τους ανθρώπους που είχαν καεί. Δυστυχώς οι άτυχοι πολίτες δεν είχαν προλάβει να ενημερωθούν για την κατεύθυνση της φωτιάς, καθώς εκείνη την εποχή τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και η ενημέρωση δεν ήταν τόσο άμεσα. Αντίκρισαν έναν λόφο γεμάτο νεκρούς — στιγμές τραγικές και τρομακτικές.

Έσπευσαν αμέσως να ειδοποιήσουν τις αρχές για την ύπαρξη των θυμάτων και, ενώ περίμεναν να καταφθάσουν ενισχύσεις, συνέχισαν την πορεία τους στην καμένη περιοχή, χωρίς τον Αστυνομικό Διευθυντή αυτή τη φορά. Η ζέστη ήταν ανυπόφορη· είχαν τα παράθυρα ερμητικά κλειστά και το κλιματιστικό του αυτοκινήτου στο μέγιστο για να καταφέρουν να αντέξουν. Κατά μήκος της διαδρομής οι εικόνες ήταν εφιαλτικές, με ανθρώπους και ζώα απανθρακωμένα στην άκρη του δρόμου.

Στην Αρτέμιδα συνάντησαν τον Δήμαρχο, κ. Πανταζή Χρονόπουλο, ο οποίος κατάφερε να γλιτώσει περνώντας κυριολεκτικά μέσα από τις φλόγες, χωρίς να γνωρίζει μέχρι εκείνη τη στιγμή αν είχαν χαθεί ανθρώπινες ζωές. Στη συνέχεια, ο πατέρας μου και ο Δασάρχης κατάφεραν να φτάσουν μέχρι τη Μάκιστο, καθώς είχαν ενημερωθεί ότι στον δρόμο είχε πέσει ένα δέντρο που εμπόδιζε τη διέλευση. Εκεί αντίκρισαν παντού εφιαλτικές εικόνες καταστροφής. Μία μάλιστα από αυτές έχει αποτυπωθεί ανεξίτηλα στη μνήμη του: ένα γαϊδουράκι που στεκόταν ακόμα όρθιο στην άκρη του δρόμου, αν και οι σάρκες του είχαν λιώσει εντελώς από την πύρινη λαίλαπα.

Αυτές οι εικόνες με τα θύματα θα μείνουν για πάντα χαραγμένες στη μνήμη των ανθρώπων που τις αντίκρισαν, όπως ακριβώς συνέβη και με τον πατέρα μου μετά από όσα τραγικά βίωσε εκείνη την ημέρα. Αυτή η μαύρη σελίδα αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας της περιοχής μας, η οποία προκάλεσε ανυπολόγιστες καταστροφές και πάνω απ' όλα την απώλεια τόσων συνανθρώπων μας.

Προφορική μαρτυρία από τον πατέρα μου, Γιώργο Μανάβη,

Μανάβη Χριστίνα, Γ2


Η μητέρα μου κατάγεται από την Πλατιάνα, ένα μικρό χωριό του νομού Ηλείας. Από τα πρώτα χρόνια της ζωής της, θυμάται ένα χωριό γεμάτο ζωντάνια, με πολλά παιδιά, ενήλικες, ακόμη και επισκέπτες. Βέβαια, οι υποδομές ήταν λιγοστές και ακόμη λιγότερα τα μαγαζιά. Τα μόνα που υπήρχαν ήταν μερικά μικρά καφενεία στην κεντρική πλατεία, όπου οι άνδρες περνούσαν τα απογεύματά τους. Παρά τις ελλείψεις, οι κάτοικοι είχαν συνηθίσει αυτόν τον τρόπο ζωής.

Αντίθετα, η καθημερινότητα των εφήβων ήταν πιο δύσκολη, καθώς στο χωριό δεν υπήρχε σχολείο. Έτσι, οι μαθητές αναγκάζονταν να ξυπνούν πολύ νωρίς το πρωί για να πάρουν το λεωφορείο για κοντινά, μεγαλύτερα χωριά – όπως η Καλλιθέα, όπου φοιτούσε και η μητέρα μου. Με την πάροδο των ετών, όμως, η κοινωνία εξελισσόταν και οι απαιτήσεις της καθημερινότητας αυξάνονταν συνεχώς. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού να εγκαταλείψει σταδιακά το χωριό και να μετακινηθεί σε πεδινότερες περιοχές, κοντά σε πόλεις ή μεγαλύτερους οικισμούς.

Έτσι, η επταμελής οικογένειά της μετακόμισε από την Πλατιάνα στα Μακρίσια (ένα μεγαλύτερο χωριό του τότε Δήμου Σκιλλούντος), μεταφέροντας τα υπάρχοντά της μόνο με ένα τρίκυκλο. Το νέο αυτό χωριό διέθετε σχολείο και φροντιστήρια, προσφέροντας παράλληλα εύκολη πρόσβαση σε δραστηριότητες όπως ο αθλητισμός και οι παραδοσιακοί χοροί. Επιπλέον, υπήρχε καλύτερη πρόσβαση σε ιατρική περίθαλψη, καθώς η γειτονική Κρέστενα διέθετε το δικό της Κέντρο Υγείας.

  Την ιστορία μου την είπε η μαμά μου, Ζαχαροπούλου Βασιλική,

Αθανασία – Σπυριδούλα Καλαμιώτη, Γ1

 

 

Μια σημαντική στιγμή στην ιστορία της οικογένειάς μου αποτελούν οι καταστροφικές πυρκαγιές του 2007, τις οποίες βίωσαν οι γονείς μου στο χωριό μας, το Λογγό.

Εκείνο το καλοκαίρι, ήταν μεσημέρι όταν ξέσπασε μια μεγάλη φωτιά. Λόγω των ισχυρών ανέμων που έπνεαν, η πυρκαγιά επεκτάθηκε ταχύτατα. Είχε πολύ δυνατό αέρα και μόλις οι γονείς μου είδαν τους πυκνούς καπνούς να πλησιάζουν στο χωριό, μάζεψαν βιαστικά τα υπάρχοντά τους για να φύγουν. Δυστυχώς, όμως, εγκλωβίστηκαν στο διπλανό χωριό, καθώς οι φλόγες έκαιγαν τα πάντα γύρω τους. Για να προστατευτούν, κλείστηκαν μέσα σε μια εκκλησία και κατάφεραν να σωθούν, επειδή είχαν μαζί τους νερό και μερικά ρούχα. Έβρεχαν τα ρούχα και τα έβαζαν στο πρόσωπό τους, για να μπορούν να αναπνέουν. Ο φόβος και η αγωνία τους για το αν θα επιζήσουν ήταν τρομερά. Η οικογένειά μου κινδύνευσε να χάσει ακόμα και το σπίτι της, το οποίο ευτυχώς σώθηκε την τελευταία στιγμή. Κάηκαν όμως τα ελαιόδεντρα και τα ζώα μας. Ο πατέρας μου είχε ένα άλογο, το οποίο δυστυχώς δεν μπόρεσε να πάρει μαζί του μέσα στον πανικό.

Επειδή δεν πρόλαβε έτσι το άλογο κάηκε και ο πατέρας μου στεναχωρήθηκε και έτρεξε να πάει να το θάψει και αναρωτιόταν πώς θα το πάει εκεί έτσι το απελευθέρωσε και ξεκίνησε και τελείωσε τη ζωή του εκεί που ήθελε να το θάψει. Αυτή είναι η οικογενειακή ιστορία των γονιών μου.

Αυτή η προσωπική οικογενειακή εμπειρία συνδέεται άμεσα με μια εθνική τραγωδία που σημάδεψε ανεξίτηλα ολόκληρη τη χώρα. Στις πυρκαγιές του 2007 έχασαν τη ζωή τους πολλοί συνάνθρωποί μας, ανάμεσά τους και μικρά παιδιά, ενώ απανθρακώθηκαν χιλιάδες στρέμματα δασικών και καλλιεργήσιμων εκτάσεων. Οι φωτιές εκείνου του καλοκαιριού αποτέλεσαν ένα μελανό ιστορικό γεγονός που άλλαξε ριζικά τις ζωές αμέτρητων ανθρώπων.

Παναγιώτης Ζάρας, Γ1

 

Όταν ήταν ο εμφύλιος και υπήρχαν οι αντάρτες, τότε η προγιαγιά μου ήτανε παιδάκι. Εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχε σχολείο στο χωριό της και όλα τα παιδιά  αναγκαζόντουσαν να πηγαίνουν σε ένα διπλανό χωριό για να πάνε σχολείο.

Μια μέρα που ήταν στο σχολείο μια παρέα από αυτό το χωριό και η γιαγιά μου ήταν το μοναδικό κορίτσι της παρέας. Τότε πήγε ένας άνθρωπος και τους είπε να φύγουν από εκεί, γιατί στο χωριό υπήρχαν Αντάρτες. Έτσι τα παιδιά πήγαν στο κατώι ενός σπιτιού και έκαναν εκεί μάθημα όλη την μέρα. Όταν νύχτωσε και έπρεπε να φύγουν για να πάνε στο χωριό τους έψαχναν τρόπους, για να φύγουν, χωρίς να τους καταλάβουν οι Αντάρτες. Ο δάσκαλός τους τούς είπε να πηγαίνουν σε ομάδες τα παιδιά, γιατί έτσι οι Αντάρτες δεν θα έπαιρναν όλα τα παιδιά, αλλά μόνο αυτά που θα έβρισκαν μπροστά τους. Έτσι ξεκίνησαν να τρέχουν σε ομάδες για να φτάσουν στο χωριό τους και τα κατάφεραν.

Κωνσταντίνος Μπαντούνας, Γ2

Μια από τις πιο σημαντικές στιγμές στην ιστορία είναι η μετανάστευση του παππού μας από το χωριό στην Ελβετία το 1965. Εκείνο το διάστημα η Ελλάδα βρισκόταν σε οικονομική κρίση, μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Λόγω της φτώχειας και της έλλειψης εργασίας στην επαρχία πολλοί αναγκάστηκαν να αφήσουν τον τόπο τους και να φύγουν στο εξωτερικό για μια καλύτερη ζωή.

Ο παππούς μου άφησε πίσω την οικογένειά του ελπίζοντας σε μια καλύτερη ζωή για τον ίδιο και τους υπόλοιπους της οικογένειάς του. Η προσαρμογή στο νέο περιβάλλον δεν ήταν εύκολη. Έπρεπε να μάθει την γλώσσα που μιλούσαν, τις νέες συνθήκες ζωής και τους ρυθμούς της νέας χώρας. Οι δυσκολίες που αντιμετώπισε έχουν μεταφερθεί από γενιά σε γενιά μέσα από οικογενειακές αφηγήσεις.

Η ιστορία αυτή αποτελεί μέρος της συλλογικής μνήμης της οικογένειάς μας και έχει επηρεάσει τον τρόπο σκέψης και τις επιλογές μας. Μέσα από την εμπειρία του παππού μου μαθαίνουμε για την αξία της υπομονής της εργασίας και τις προσαρμογής στις αλλαγές. Η συγκεκριμένη εμπειρία συνδέεται έμμεσα, με την εθνική ιστορία της Ελλάδας καθώς η μετανάστευση αποτέλεσε κοινωνικό φαινόμενο της εποχής.

Την ιστορία μου την είπε ο παππούς μου Γρηγόριος Καμπράνης,

Ευδοξία Γιαννακοπούλου, Γ1

Η δική μου οικογενειακή ιστορία συνδέεται άμεσα με τον διωγμό του ελληνισμού από τη Σμύρνη. Ήταν το τέλος του καλοκαιριού και το φθινόπωρο του 1922, όταν οι δυνάμεις του Μουσταφά Κεμάλ προχώρησαν στην εκδίωξη των Ελλήνων. Ο στρατός του Κεμάλ επέβαλε τον βίαιο ξεριζωμό περισσότερων από ένα εκατομμύριο Μικρασιατών προσφύγων. Ανάμεσα σε αυτούς βρισκόταν και ο προπάππος της μητέρας μου, Αθανάσιος Καλατζής.

Στην πόλη της Σμύρνης σημειώθηκαν μαζικές σφαγές και λεηλασίες, ενώ με τον σκόπιμο εμπρησμό της, οι Έλληνες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν έντρομοι τα σπίτια τους. Ο τουρκικός στρατός είχε ως μοναδικό σκοπό την πλήρη εξόντωση του ελληνικού στοιχείου. Ο προππάππος μου, επειδή δεν ήθελε να παραδοθεί και να εγκαταλείψει την περιουσία του, αντιστάθηκε με κάθε τρόπο. Αυτή η πράξη αντίστασης είχε ως αποτέλεσμα να δεχθεί άγρια επίθεση με μαχαίρι και είναι πραγματικά αξιοσημείωτο ότι κατάφερε να επιζήσει, φέροντας όμως για όλη του τη ζωή –μέχρι τα 77 του χρόνια– τα σημάδια από 17 μαχαιριές στην πλάτη.

Αν και κατάφερε να κρατηθεί στη ζωή, τα μάτια του είχαν αντικρίσει ανείπωτες θηριωδίες. Οι σωματικές πληγές μπορεί με τον χρόνο να έκλεισαν, όμως το ψυχικό τραύμα παρέμενε πάντα ανοιχτό. Έφτασε στην Ελλάδα με μοναδική ελπίδα να βρει την οικογένειά του. Μετά από καιρό έμαθε ότι η μητέρα του, η Γεσθημανή, ο πατέρας του, ο Βασίλης, και η αδελφή του, η Μαρία, είχαν καταφέρει να σωθούν και ζούσαν σε ένα προσφυγικό χωριό της Πτολεμαΐδας.  Έτσι, πήρε την απόφαση να ταξιδέψει μέχρι εκεί για να τους ανταμώσει. Όλοι μαζί, πλέον, βρήκαν το κουράγιο να κάνουν μια νέα αρχή στην Ελλάδα και τα κατάφεραν. Παρά τις δυσκολίες, όμως, ποτέ δεν ξέχασαν την ιδιαίτερη πατρίδα τους, τη Σμύρνη. Ο προπάππος μου, ο Θανάσης Καλατζής, έφυγε τελικά από τη ζωή με το μεγάλο παράπονο ότι δεν αξιώθηκε να ξαναγυρίσει και να αντικρίσει στην πατρίδα του.

Την ιστορία μου την είπε η γιαγιά μου, Βίκυ Καλατζή,

Ελένη Αλεξανδροπούλου, Γ1

 

Η ιστορία πολλές φορές δεν μεταδίδεται από γενιά σε γενιά, όχι επειδή τα αγαπημένα μας πρόσωπα μας κρύβουν την αλήθεια, αλλά επειδή το παρελθόν πονάει, ακριβώς όπως οι ανοιχτές πληγές που πιθανόν να μην επουλωθούν ποτέ.

Με αφορμή αυτή την εργασία, αποφάσισα να ρωτήσω τον παππού μου και τη γιαγιά μου, Παύλο και Αρετή Κολιαδήμα, για τον προπάππο μου, για τον οποίο μέχρι τότε δεν είχα ακούσει πολλά πράγματα. Ο παππούς και η γιαγιά μου άρχισαν τότε να μου διηγούνται την ιστορία του προπαππού μου, Μιλτιάδη Κολιαδήμα.

Ο Μιλτιάδης Κολιαδήμας υπήρξε ένας μάλλον άτυχος άνθρωπος στην προσωπική του ζωή, γιατί τις πρώτες δύο φορές που προσπάθησε να δημιουργήσει οικογένεια και να αποκτήσει παιδιά, έμεινε χήρος και από τις δύο πρώτες γυναίκες του.

Σε ηλικία τριάντα ετών, ο Μιλτιάδης πολέμησε στη Μικρασιατική Εκστρατεία, όπου παράλληλα εκτελούσε χρέη μάγειρα για τους συμπολεμιστές του. Οι δύσκολες συνθήκες ανάγκαζαν τους ανθρώπους τότε να επιστρέφουν από το μέτωπο αγνώριστοι ακόμα και στους ίδιους τους συγγενείς τους, κουβαλώντας μόνιμα προβλήματα υγείας για το υπόλοιπο της ζωής τους.

Ο προπάππος μου, εκτός από τα βαθιά ψυχικά τραύματα, απέκτησε ένα χρόνιο αναπνευστικό πρόβλημα, ενώ δέχθηκε δύο σφαίρες στο σώμα του, εκ των οποίων μόνο η μία μπόρεσε να αφαιρεθεί. Παρά τις αντιξοότητες αυτές, κατάφερε να ξαναφτιάξει τη ζωή του με την τρίτη και τελευταία σύζυγό του, τη Μαρία. Μαζί απέκτησαν τρία παιδιά: τον Νίκο, τον Κώστα και τον παππού μου, τον Παύλο. Συνολικά, ο προπάππος μου απέκτησε πέντε παιδιά: τον Νίκο, τον Σωτήρη, τον Γιώργο, τον Παύλο και τον Κώστα. Ο παππούς μου είναι ο Παύλος και εγώ ονομάστηκα Μαρία και για να τιμήσω την μητέρα του.

Ο Μιλτιάδης Κολιαδήμας απεβίωσε σε ηλικία 75 ετών στο Σανατόριο, εξαιτίας της μόνιμης βλάβης που του είχαν προκαλέσει στους πνεύμονες οι κακουχίες του πολέμου.

Αυτόν τον άνθρωπο μπορεί να μην τον γνώρισα ποτέ, όμως τον αγαπώ και τον θαυμάζω με όλη μου την καρδιά, καθώς υπήρξε πραγματικά γενναίος και δυνατός. Μέσα από τις αφηγήσεις των αγαπημένων μου προσώπων, συνειδητοποιώ πόσο πολύ τον αγαπούν και εκείνοι, και είμαι σίγουρη ότι η μνήμη του θα παραμείνει ζωντανή μέσα μας για πάντα.

Μαρία Κολιαδήμα, Γ2

Το 2007, στον νομό Ηλείας ξέσπασε μια καταστροφική πυρκαγιά. Ανάμεσα στους χιλιάδες ανθρώπους που βίωσαν αυτό το τραγικό γεγονός ήταν και η δική μου οικογένεια.

Η φωτιά εκδηλώθηκε σε ένα χωριό κοντά στη Ζαχάρω. Εκείνη την ημέρα, η γιαγιά μου, ο παππούς μου, η θεία μου, η νονά μου και αρκετοί άλλοι συγγενείς  είχαν πάει στην παραλία, όταν συνειδητοποίησαν ότι η πυρκαγιά είχε ήδη πλησιάσει απειλητικά. Επέστρεψαν εσπευσμένα και, μόλις αντίκρισαν τους πυκνούς καπνούς, το πρώτο πράγμα που έκανε η μητέρα μου ήταν να ξεκρεμάσει τις κουρτίνες από τα παράθυρα, ώστε να μην αρπάξουν φωτιά από την ακτινοβολία και τη θερμότητα.

Μετά από λίγη ώρα, άρχισε ν φυσάει πολύ δυνατά και η φωτιά γύρισε προς το σπίτι μας. Για να προστατευτούν από τον καπνό πήραν βρεγμένες πετσέτες, για να μπορούν να αναπνεύσουν. Η φωτιά πλησίαζε όλο και περισσότερο, με αποτέλεσμα να καεί η αποθήκη του και ο τοίχος της κουζίνας.  Την ίδια στιγμή, σε ένα κτήμα ακριβώς δίπλα από το σπίτι μας, βρισκόταν σταθμευμένο ένα πυροσβεστικό όχημα με έναν μόνο πυροσβέστη. Καθώς εκείνος προσπαθούσε ολομόναχος να θέσει υπό έλεγχο τη φωτιά, χωρίς να το καταλάβει, η φωτιά δυνάμωσε απότομα και τον εγκλώβισε.

Αυτή την ιστορία τη συζητάμε μέχρι και σήμερα στο σπίτι μας και κάθε φορά αισθάνομαι βαθιά θλίψη για όλες τις απώλειες και τις τραγικές στιγμές που βίωσαν οι άνθρωποι εκείνες τις εφιαλτικές ημέρες.

 

Νεφέλη Μακρή, Γ2

Μια καθοριστική στιγμή στην ιστορία της οικογένειάς μου αποτελούν οι καταστροφικές πυρκαγιές του 2007. Ήταν μεσημέρι όταν ο ουρανός μαύρισε  από τους πυκνούς καπνούς και, μέσα σε λίγα λεπτά, έκαναν την εμφάνισή τους οι πρώτες φλόγες. Εξαιτίας των ισχυρών ανέμων, η φωτιά επεκτάθηκε με αστραπιαία ταχύτητα, αναγκάζοντας τους ανθρώπους να τρέχουν πανικόβλητοι. Σύντομα άρχισαν να αντηχούν οι σειρήνες της Πυροσβεστικής, όμως οι δρόμοι είχαν ήδη αποκλειστεί και δεν υπήρχε τρόπος διαφυγής.

Αργότερα, οι δικοί μου αντίκρισαν ένα μακάβριο θέαμα: μια ηλικιωμένη γυναίκα νεκρή στην άκρη του δρόμου. Ήταν μια φρικτή εικόνα, καθώς το σώμα της ήταν πρησμένο, το δέρμα της είχε κοκκινίσει, ενώ τα μαλλιά και τα ρούχα της είχαν απανθρακωθεί. Δυστυχώς, δεν ήταν το μοναδικό θύμα, καθώς οι απώλειες στην περιοχή ήταν πολυάριθμες. Σε ένα σημείο του οδικού δικτύου, ένα πυροσβεστικό όχημα αναποδογύρισε, με αποτέλεσμα να εγκλωβιστούν τα υπόλοιπα αυτοκίνητα που ακολουθούσαν. Κάποιοι έχασαν τη ζωή τους μέσα στα οχήματά τους, ενώ άλλοι προσπάθησαν να διαφύγουν πεζοί, αλλά βρέθηκαν απανθρακωμένοι στις γύρω πλαγιές. Η αναγνώριση των θυμάτων από τους συγγενείς τους κατέστη δυνατή μόνο μέσω της μεθόδου DNA.

Την επόμενη ημέρα, ο ουρανός παρέμενε σκοτεινός και η αποπνικτική μυρωδιά του καμένου ήταν διάχυτη παντού. Στα χωράφια κείτονταν νεκρά ζώα με πρησμένες κοιλιές, ενώ οι ρίζες των δέντρων σιγόκαιγαν ακόμη κάτω από το χώμα. Σήμερα, σχεδόν δύο δεκαετίες μετά, η φύση έχει αρχίσει να επουλώνει τις πληγές της και τα δέντρα έχουν ξαναφυτρώσει. Το μόνο που έχει απομείνει για να θυμίζει εκείνη τη μεγάλη εθνική τραγωδία είναι τα αμέτρητα εικονοστάσια στις άκρες των δρόμων, καθώς και οι ανεξίτηλες μνήμες που έχουν χαραχτεί στο μυαλό των ανθρώπων που τη βίωσαν.

Κωνσταντίνα Κουνουσβελή, Γ2

Το έτος 1967, ο παππούς μου, Γιώργος Κλωνάρης, είχε μια σχετικά ήρεμη παιδική ηλικία. Εντούτοις, δεν έσβηναν από το μυαλό του οι διηγήσεις για όσα είχαν γίνει  στον τόπο του κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.

Ως ένα τυπικό δεκαπεντάχρονο παιδί, ένιωθε την ανάγκη να βγαίνει έξω και να παίζει με τους φίλους του. Μια συνηθισμένη ημέρα, βγήκε για παιχνίδι με τα παιδιά της γειτονιάς —μια παρέα που αποτελούνταν από δύο φίλους του και τον μικρότερο αδελφό του ενός. Καθώς έπαιζαν στην κοντινή αλάνα του χωριού, συνάντησαν δύο μεγαλύτερα αγόρια, τα οποία τους είπαν ότι είχαν ανακαλύψει ένα εγκαταλελειμμένο υπόγειο, το οποίο έκρυβε κάτι συναρπαστικό στο εσωτερικό του.

Ο παππούς μου ενθουσιάστηκε και τους ζήτησε αμέσως να τους πάνε εκεί.  Όταν έφτασαν, είδαν ένα πολύ σκοτεινό υπόγειο με μια πολύ άσχημη μυρωδιά, κάτι σαν μπαρούτι και ψοφίμι που γινόταν όλο και πιο έντονη όσο προχωρούσαν στο βάθος.

Ο αδελφός του φίλου του παππού μου είχε μείνει τελευταίος στην ουρά, καθώς φοβόταν πολύ το σκοτάδι. Καθώς τα μάτια τους συνήθιζαν στο σκοτάδι, κατάφεραν να διακρίνουν στο βάθος μια μικρή κόκκινη φωτεινή ένδειξη και ορισμένα στρογγυλά αντικείμενα. Τότε, ένα από τα μεγαλύτερα παιδιά τούς ψιθύρισε ότι είχαν σχεδόν φτάσει και πως δεν έπρεπε να μην αγγίξουν τίποτα. Ένας από τους μεγαλύτερους είχε μαζί του έναν φακό για να τους το δείξει, αλλά μόλις πλησίασαν, συνειδητοποίησαν έντρομοι ότι επρόκειτο για μια βόμβα, η οποία βρισκόταν τοποθετημένη πάνω σε μια στοίβα από άχυρα.

Αποφάσισαν να φύγουν και να πάνε σε ένα κοντινό ρυάκι για να πιουν νερό  και  προχωρούσαν κοιτάζοντας συνεχώς κάτω, για να μην πατήσουν κάποιο βλήμα και ενεργοποιηθεί ο εκρηκτικός μηχανισμός. Επέστρεψαν τελικά στην επιφάνεια σώοι και ασφαλείς — ή τουλάχιστον έτσι πίστευαν. Μόλις ανέβηκαν είδαν ότι έλειπε ο μικρότερος της παρέας. Άρχισαν αμέσως να τρέχουν πίσω προς το καταφύγιο, αλλά πριν προλάβουν να πλησιάσουν, ακούστηκε μια εκκωφαντική έκρηξη. Ο παππούς μου και ο αδελφός του άτυχου παιδιού ξέσπασαν σε κλάματα. Ο παππούς μου είχε μεγαλώσει μαζί του και βυθίστηκε στο πένθος για πάρα πολύ καιρό. Τα λείψανα του μικρού δεν εντοπίστηκαν ποτέ, καθώς ο χώρος καταστράφηκε ολοσχερώς. Μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο παππούς μου επισκεπτόταν τακτικά το σημείο εκείνο, το οποίο πλέον έχει μπαζωθεί, και άφηνε λίγα λουλούδια στη μνήμη του χαμένου του φίλου.                                                                Ερμής Κλωνάρης, Γ2

 

Κατά την άποψή μου, το σημαντικότερο και πλέον δυσάρεστο γεγονός για την περιοχή μας ήταν οι καταστροφικές πυρκαγιές που ξέσπασαν στην ευρύτερη περιοχή της Ζαχάρως τον Αύγουστο του 2007. Κατά τη διάρκεια αυτού του εφιάλτη, έχασαν τη ζωή τους πάρα πολλοί συνάνθρωποί μας, οι οποίοι είτε εγκλωβίστηκαν μέσα στις κατοικίες τους είτε προσπάθησαν απεγνωσμένα να σώσουν τις περιουσίες τους, θυσιάζοντας άθελά τους την ίδια τους τη ζωή.

Μια ακόμη τρομερή απώλεια αφορούσε τις τεράστιες εκτάσεις γης που έγιναν παρανάλωμα του πυρός. Πολλοί κάτοικοι είδαν τα σπίτια τους να καταστρέφονται ολοσχερώς, καθώς οι πυροσβεστικές δυνάμεις ήταν αδύνατον να τα προστατεύσουν λόγω των θυελλωδών βόρειων ανέμων που έπνεαν στην περιοχή εκείνη την ημέρα.

Στο πύρινο μέτωπο εγκλωβίστηκαν και κάηκαν ζωντανά αμέτρητα ζώα. Το πλήγμα αυτό ήταν καίριο, καθώς πολλοί αγρότες και κτηνοτρόφοι έχασαν το βιος τους και βρέθηκαν ξαφνικά χωρίς πόρους διαβίωσης, αφού η γεωργία και η κτηνοτροφία αποτελούσαν τη μοναδική τους απασχόληση. Γι' αυτόν τον λόγο, οι πυρκαγιές αυτές έχουν χαραχτεί στη συνείδηση όλων όσοι βίωσαν και αντίκρισαν τις συνέπειές τους ως μια ανυπολόγιστη καταστροφή. Όσον αφορά τις απώλειες της δικής μου οικογένειας, χάθηκαν οι εκτάσεις γης και τα ζώα μας, τα οποία κανείς δεν πρόλαβε να απομακρύνει εγκαίρως.

Πιστεύω ότι αυτό το τραγικό συμβάν επηρέασε βαθύτατα την εθνική μας ιστορία, καθώς η συλλογική μνήμη κρατά μέχρι σήμερα ζωντανές εκείνες τις μαύρες μέρες. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες των ανθρώπων της περιοχής, μετά την καταστροφή υπήρξε κινητοποίηση από την ελληνική κυβέρνηση, αλλά και συμπαράσταση από χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες συνέβαλαν με οικονομικές ενισχύσεις και αποζημιώσεις για την ανακούφιση των πληγέντων που έχασαν τη γη και το ζωικό τους κεφάλαιο.

Αυτό το ιστορικό γεγονός μου το διηγήθηκε ο πατέρας μου,

Γεώργιος Δουλαβέρης, Παναγιώτα Δουλαβέρη, Γ1

Ένα αξέχαστο γεγονός από την ιστορία της οικογένειάς μου αποτελεί η συμμετοχή του προπάππου μου στην Μικρασιατική Εκστρατεία. Αυτός υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία, όταν ένα πρωί εκδόθηκε διαταγή από τους ανωτέρους προς όλους τους στρατιώτες να προετοιμαστούν, καθώς έπρεπε να αναχωρήσουν για το μέτωπο της Μικράς Ασίας. Τότε, παραχωρήθηκε διήμερη άδεια σε όσους υπηρετούσαν στο στρατόπεδο, ώστε να αποχαιρετήσουν τις οικογένειές τους. Μόλις παρήλθαν οι δύο ημέρες, επιβιβάστηκαν όλοι με προορισμό τη Μικρά Ασία για να πολεμήσουν. Εκεί μαζί με πολλούς άλλους συμπολεμιστές του, πιάστηκε αιχμάλωτος και έζησε κάτω από άθλιες συνθήκες κράτησης. Για μεγάλο χρονικό διάστημα κανείς δεν είχε νέα του και όλοι αγωνιούσαν γι΄ αυτόν. Μετά από περίπου δύο χρόνια, κι ενώ κανείς δεν ήλπιζε πλέον στην επιστροφή του, εκείνος εμφανίστηκε ξανά. Ήταν τόσο ταλαιπωρημένος  και αδύναμος, που στην αρχή ούτε οι ίδιοι οι συγγενείς του δεν μπορούσαν να τον αναγνωρίσουν. Όταν όμως τους εξήγησε με λεπτομέρειες τα όσα τραγικά είχε βιώσει στην αιχμαλωσία, εκείνοι συγκλονίστηκαν, νιώθοντας ταυτόχρονα βαθιά ευγνωμοσύνη που είχε επιστρέψει ζωντανός από τον πόλεμο.

Αυτή η συγκινητική ιστορία κληροδοτήθηκε από τον ίδιο τον προπάππο μου στον γιο του –δηλαδή τον παππού μου– ο οποίος με τη σειρά του μού τη διηγήθηκε.                                                  

Χαρίλαος Θεοδωρόπουλος

 

Μια σημαντική ιστορία που έχει κληροδοτηθεί στην οικογένειά μου από γενιά σε γενιά, αφορά τη θεία μου τη Γεωργία, η οποία κατά τη δεκαετία του ΄70 αναγκάστηκε να μεταναστεύσει με τον σύζυγό της στη Γερμανία, λόγω των οικονομικών προβλημάτων. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μη βλέπει τα αδέλφια της και τους γονείς της, βιώνοντας το αίσθημα της ξενιτιάς σε μια άγνωστη χώρα. Εκεί προσπάθησε να δημιουργήσουν μια ζωή από το μηδέν, αντιμετωπίζοντας αρχικά πολλές δυσκολίες. Όλες αυτές οι δυσκολίες οφείλονταν στην οικονομική στενότητα που επικρατούσε τότε στην Ελλάδα και στην έντονη έλλειψη θέσεων εργασίας στην επαρχία.

Μαζί με τη θεία μου ξενιτεύτηκε ένα τεράστιο μέρος του πληθυσμού, γεγονός που οδήγησε στη δραματική μείωση του εργατικού δυναμικού της πατρίδας μας, καθώς όλοι αναζητούσαν ένα ασφαλέστερο μέλλον στο εξωτερικό. Σίγουρα πέρασαν πολύ δύσκολα στην αρχή, γιατί ξεριζώθηκαν από τον τόπο τους, έχασαν φίλους και γνωστούς και απομακρύνθηκαν για πολλά χρόνια από την οικογένειά τους. Αυτή είναι μια δύσκολη εμπειρία, την οποία μας λένε ακόμη και σήμερα. 

Δημήτρης Νιάρχος, Γ2   

 

Ο προπάππος μου, Ανδρέας Μπάκας(πατέρας της μάνας του πατέρα μου), γεννηθείς το 1894, επιστρατεύτηκε το 1912 και πολέμησε στους Βαλκανικούς Πολέμους, φτάνοντας στην περιοχή της Φιλιππούπολης, ενώ η μονάδα του είχε κατεύθυνση και προς τη Σόφια, όπου όμως δεν έφτασε ποτέ ο ελληνικός στρατός. Κατά τη διάρκεια της πολεμικής εκείνης περιόδου, η οικογένειά του βίωσε τη βαριά απώλεια δύο αδελφών του: του Ιωάννη Μπάκα το 1914 και του Νικολάου Μπάκα το 1918.

Λίγο αργότερα, όταν ξέσπασε ο Εθνικός Διχασμός, οι βασιλικοί του χωριού συγκεντρώνονταν στην πλατεία, άνοιγαν έναν μικρό λάκκο στο έδαφος, πετούσαν μέσα πέτρες και αναθεμάτιζαν τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Αυτός ο βαθύς διχασμός επέφερε ανυπολόγιστα δεινά στη χώρα.

Ο πατέρας του προπάππου μου, Αλέξης Σπηλιώτης είχε πολεμήσει στη Μικρασιατική εκστρατεία.

Κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, η περιοχή μας δοκιμάστηκε σκληρά, καθώς οι γερμανικές δυνάμεις κατοχής έκαψαν το χωριό Λέπρεο. Την ίδια περίοδο, η προγιαγιά μου, Βενέτα Μπάκα-Κανελλοπούλου που καταγόταν από την Αυλώνα Μεσσηνίας, αναγκάστηκε μαζί με άλλους συγχωριανούς της να διανύσει με τα πόδια μέσα σε μία μόνο νύχτα τη διαδρομή μέχρι τον Κακόβατο, προκειμένου να προμηθευτούν σταφίδες για να επιβιώσουν.

Στη συνέχεια ακολούθησε ο Εμφύλιος Πόλεμος, ο οποίος αποτέλεσε την πιο μαύρη σελίδα για το ελληνικό έθνος. Εκείνα τα ταραγμένα χρόνια, ο προπαππούς μου είχε κατασκευάσει ένα λαγούμι κοντά στο σπίτι του, στον άγιο Ηλία, όπου κατέφευγε τα βράδια για να κοιμηθεί, για να μην τον πιάσουν και άφηνε στο σπίτι του τη μάνα του και τη γυναίκα του. Κάποιο βράδυ όμως πήγαν και του πήραν το ντουφέκι του. Για να επιβιώσει, τις στάμνες με το λάδι μέσα στο χώμα. Τότε οι Χίτες (από τη δεξιά παράταξη) και οι αντάρτες (από την αριστερά) ανάγκαζαν με τη βία τους ντόπιους να τους ακολουθήσουν.

Την ίδια περίοδο, ο πατέρας του άλλου παππού μου, ο Άγγελος Σπηλιώτης, σε ηλικία μόλις 13 ετών(ορφανός από πατέρα) έβοσκε τα ζώα του όταν τον συνάντησαν οι αντάρτες και τον πήραν μαζί τους, αλλά κατάφερε να ξεφύγει. Μόλις ξημέρωσε, κατέφυγε σε ένα χωριό έξω από την Τρίπολη, όπου ζήτησε βοήθεια από μια γιαγιά, η οποία τον έκρυψε και ενημέρωσε τη χωροφυλακή, που έστειλε γράμμα στο χωριό του, τα Πετράλωνα, να ενημερώσουν ότι πήγε παρά τη θέλησή του και γι΄ αυτό τον άφησαν να γυρίσει πίσω, όπου μέχρι να τελειώσει ο εμφύλιος κρυβόταν στο βουνό.

Αργότερα, ο προπάππος μου, Ανδρέας Μπάκας, είχε ενεργό ανάμειξη στα κοινά και έθεσε υποψηφιότητα για την προεδρία της κοινότητας του Αγίου Ηλία.

                                                       Αλέξης Σπηλιώτης, Γ3

 

 

Τη δεκαετία του ’90 οι συνθήκες διαβίωσης ήταν εξαιρετικά δύσκολες στη Ρωσία. Εκείνη την εποχή, η οικογένεια της μητέρας μου ήταν εύπορη –κάτι μάλλον σπάνιο για τα δεδομένα της χώρας τότε– με αποτέλεσμα να βρίσκεται συχνά στο επίκεντρο των συζητήσεων και να προκαλεί σε κάποιους το συναίσθημα της ζήλειας. Ο παππούς μου, ο πατέρας της μητέρας μου, αποτελούσε το στήριγμα της οικογένειας και την πηγή της ευημερίας τους, επειδή εργαζόταν ως προπονητής βόλεϊ και είχε μεγάλες επιτυχίες, που του έφερναν αρκετά χρήματα. Έλειπε όμως συχνά από το σπίτι, και έτσι η γιαγιά μου περνούσε τον χρόνο της μεγαλώνοντας τη μητέρα μου και τη θεία μου.

Μια ημέρα, καθώς ο παππούς μου επέστρεφε από ένα επαγγελματικό ταξίδι, δέχθηκε βίαιη επίθεση από μια ομάδα νεαρών και έχασε τη ζωή του. Έτσι η οικογένεια βρέθηκε ξαφνικά χωρίς περιουσία και η μόνη τους επιλογή ήταν να μεταναστεύσουν.

Έτσι, κατέφυγαν στην Ελλάδα, για μια νέα αρχή, που αποδείχθηκε ιδιαίτερα δύσκολη. Έπρεπε να ξαναχτίσουν τη ζωή τους από το μηδέν. Μάλιστα, η μητέρα μου, σε ηλικία μόλις 16 ετών, αναγκάστηκε να εργαστεί, για να βοηθήσει και σταμάτησε το σχολείο. Πιστεύω ότι οι ιστορικές συγκυρίες και οι συνθήκες στη Ρωσία εκείνης της περιόδου καθόρισαν την πορεία της οικογένειάς μου, οδηγώντας τελικά στη μετανάστευσή τους και, εν τέλει, στη δική μου γέννηση στην Ελλάδα.                                                      Γιάννης Δέδες, Γ1

 

Ο Αναστάσιος Κρεμιζής, ο παππούς της μητέρας μου, οικογενειάρχης με τέσσερα παιδιά, βρέθηκε στην πρώτη γραμμή του Αλβανικού Μετώπου για να υπηρετήσει την πατρίδα του. Ξεκίνησε για τα βουνά της Αλβανίας από το Λιβαδάκι Ολυμπίας μαζί με άλλους συγχωριανούς του  και άφησε πίσω του την οικογένειά του, χωρίς να γνωρίζει πότε θα τους ξαναέβλεπε. Συμμετείχε σε αρκετές μάχες μέχρι τον τραυματισμό του λίγες μέρες πριν από την κατάρρευση του μετώπου και την επιστροφή του στο χωριό του.

Ελένη Νικολακοπούλου, Γ3

Ο προπάππος μου ονομαζόταν Παναγιώτης Παναγόπουλος και καταγόταν από τις Άνω Αμυγδαλιές της Ανδρίτσαινας. Έλαβε μέρος στη μικρασιατική εκστρατεία εναντίον των τουρκικών δυνάμεων και συγκεκριμένα στη σφοδρή μάχη που διεξήχθη στην Κιουτάχεια (4 Ιουλίου 1921). Λέγεται ότι πολέμησε με αυταπάρνηση και προστάτευσε τους συμπολεμιστές του από αιφνιδιαστική επίθεση των Κεμαλικών. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο προπάππος μου είχε αποκτήσει επτά παιδιά. Όταν κλήθηκε να υπηρετήσει την πατρίδα, αναγκάστηκε να αποχωριστεί την πολυμελή οικογένειά του, αναθέτοντας εξολοκλήρου τη φροντίδα και την ανατροφή των παιδιών στη σύζυγό του. Συνοψίζοντας, θα ήθελα να επισημάνω ότι νιώθω βαθιά υπερηφάνεια για τον γενναίο προπάππο μου, ο οποίος επέδειξε απαράμιλλο θάρρος, ανθρωπιά και δύναμη σε όλη τη διάρκεια της ζωής του, καταφέρνοντας να ξεπεράσει ανυπολόγιστες δυσκολίες.

Σπύρος Μπολιάρης, Γ2

Στο κείμενο αυτό, θα αναφερθώ στο πώς ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος επηρέασε τη ζωή της οικογένειας της γιαγιάς μου, της μητέρας του πατέρα μου. Η οικογένεια της γιαγιάς μου ήταν μια πλούσια, αριστοκρατική οικογένεια του Ναυπλίου. Ο πατέρας της απόστρατος αξιωματικός και η μητέρα της δασκάλα με μεγάλη κινητή περιουσία. Ο πόλεμος όμως επηρέασε βαθύτατα την οικονομική κατάσταση της οικογένειας. Στο Ναύπλιο, ήδη από τον χειμώνα του 1941, η έλλειψη τροφίμων ήταν τρομερή, η πείνα μεγάλη και αυτό οδήγησε την οικογένεια στο να ξοδέψει όλα της τα χρήματα προσπαθώντας να βρει τρόφιμα στη μαύρη αγορά, και όχι μόνο τα χρήματα αλλά και πανάκριβα κοσμήματα της προγιαγιάς μου, η οποία τα είχε φέρει από το Γιοχάνεσμπουργκ της Αφρικής όταν δίδαξε εκεί σε ελληνικό σχολείο για δύο χρόνια. Η ανάγκη για επιβίωση μέσα στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έφερε την οικογένεια στην οικονομική καταστροφή. Έτσι, όταν τελείωσε ο πόλεμος, η οικογένεια επιβίωνε με τον μισθό της γιαγιάς της δασκάλας και την πενιχρή σύνταξη του παππού, χωρίς κάποιο άλλο περιουσιακό στοιχείο, εκτός από το σπίτι τους στο Ναύπλιο. Το σπίτι το πούλησαν μετά τον πόλεμο και μετακινήθηκαν στην Αθήνα, ώστε τα παιδιά (δηλαδή η γιαγιά μου και τα δύο αδέλφια της) να αναζητήσουν δουλειά. Εκεί η γιαγιά μου γνώρισε και παντρεύτηκε τον παππού μου και ήρθε στη Ζαχάρω. Άρα, αν δεν είχε μεσολαβήσει ο πόλεμος, η οικονομική καταστροφή και η μετακίνηση στην Αθήνα, θα είχε ποτέ συναντήσει η γιαγιά μου τον παππού μου;

Η προγιαγιά Ελένη Λυκίδου (το γένος Ανυφαντάκη),μητέρα της γιαγιάς Σοφίας με την τάξη της στην Νέα Κίο, το 1936.



 Σοφία Σμερνιώτη, Γ3





Δεν θα δημοσιευθούν οι εργασίες των(Γιάννη Πολύδωρου, Δράκου Γιάννη, Μάριου Αλεξανδρόπουλου, Καλλιόπης Κακαράκη, Νίκου Αλτάνη, Αλέξανδρου Ζάρα και Σωτηρίας Ζάρα, Κανέλλου Νικολόπουλου και Αριστοτέλη Κουνάδη), λόγω ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων. .