Η παρούσα συνέντευξη επιχειρεί να φωτίσει όχι μόνο τη συγγραφική του διαδρομή, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τον κόσμο, την πατρίδα και τη λογοτεχνία ως χώρο μνήμης, ταυτότητας και υπέρβασης των συνόρων.
Θερμά τον ευχαριστούμε για την ευγενική του ανταπόκριση και τη γενναιόδωρη παραχώρηση της συνέντευξης, καθώς και για τον χρόνο και τη διάθεσή του να μοιραστεί σκέψεις και εμπειρίες μαζί μας.
Οι μαθητές της Γ΄ τάξης του Γυμνασίου Ζαχάρως, Σιάγκα Ευγενία, Φιορέτος Θανάσης,
Χριστοδουλοπούλου Καλλιόπη και Χρονοπούλου Νικολέτα
1. Πού γεννηθήκατε και πού μεγαλώσατε; Πώς ήταν τα παιδικά σας χρόνια;
Γεννήθηκα στο Γκέτεμποργκ της Σουηδίας, αλλά μεγάλωσα νοτιότερα, κυρίως στην πανεπιστημιούπολη του Λουντ. Τα παιδικά μου χρόνια ήταν ανέμελα, αλλά με έναν παράξενα ταραγμένο τρόπο. Οι γονείς μου πρόσφεραν σε εμένα και στα τρία αδέλφια μου όλα όσα θα μπορούσαν να ευχηθούν τέσσερα παιδιά — εκτός ίσως από μια αξιοπρεπή ποδοσφαιρική ομάδα. Κι όμως, συχνά ένιωθα πως βρισκόμουν σε σύγκρουση με τον κόσμο. Σε τέτοιο βαθμό ώστε, στα έξι μου χρόνια, αποφάσισα να φύγω από το σπίτι. Έβαλα στο σακίδιό μου ένα καρβέλι ψωμί, το πορτοκαλί μου πουλόβερ και ένα ρολό χαρτί υγείας και ξεκίνησα για τη Βιέννη, όπου ζούσε η γιαγιά μου. Δεν έφτασα πολύ μακριά· ύστερα από λίγα χιλιόμετρα τα πόδια μου είχαν παγώσει. Ο θυμός — ή ό,τι άλλο τροφοδοτούσε εκείνη τη σκοτεινή παιδική καρδιά — είχε κοπάσει. Έτσι επέστρεψα στο σπίτι, όπου με περίμεναν ένα ζεστό μπάνιο και μια απροσδόκητα μεγάλη κατανόηση.
2. Πώς ήταν τα σχολικά και πανεπιστημιακά σας χρόνια;
Το γυμνάσιο ήταν φρικτό. Σε μια χώρα γεμάτη ξανθά παιδιά με ονόματα όπως Σβεν, Κριστίνα ή Ρόγκερ, δεν μπορούσα να αλλάξω ούτε το όνομά μου ούτε τα σκούρα μαλλιά μου. Το μόνο που με έσωσε από τον σκληρό εκφοβισμό ήταν ότι ήμουν καλός στα αθλήματα. Παρ’ όλα αυτά, εκείνα τα τρία χρόνια ανήκουν στα χρονικά ενός μικρού Γκουλάγκ (χώρος βασανισμού). Το λύκειο ήταν καλύτερο, αλλά μόνο στο πανεπιστήμιο ένιωσα πραγματικά συμφιλιωμένος με το περιβάλλον μου.
3. Τι σας οδήγησε αρχικά στη λογοτεχνία και αργότερα στη συγγραφή; Ποια ήταν τα πρώτα σας βήματα;
Το πρώτο μήνυμα που απηύθυνα ποτέ στον κόσμο — και που διασώθηκε για την υστεροφημία — ήταν εκείνο που έγραψα πριν κάνω κυριολεκτικά τα πρώτα μου βήματα μακριά από το σπίτι, σε ηλικία έξι ετών: «Έχω δραπετεύσει», έγραφε, σε ανορθόγραφα σουηδικά. Ύστερα ήρθαν τα χειροποίητα περιοδικά που πουλούσα ως δεκάχρονο παιδί στις γειτονιές της πόλης μας· στα δεκαεπτά μου ένα πανκ αυτοσχέδιο περιοδικό· και στα είκοσι πέντε μου η συμμετοχή μου στη συντακτική ομάδα του διανοούμενου περιοδικού Kris. Χωρίς όλα αυτά τα προπαρασκευαστικά βήματα, αμφιβάλλω αν τα βιβλία θα ακολουθούσαν τόσο φυσικά, όσο τελικά συνέβη.
Παρόλα αυτά, εύχομαι να μην είχα ποτέ αναγκαστεί να γράψω το πρώτο μου βιβλίο. Εκδόθηκε το 1991 και γεννήθηκε από τον θάνατο της συντρόφου μου σε τροχαίο δυστύχημα που προκάλεσε ένας μεθυσμένος οδηγός.
4. Γιατί επιλέξατε να γράψετε και για τον πατέρα σας; Πώς σας επηρέασε συναισθηματικά αυτή η επιστροφή στο παρελθόν;
Όταν πέθανε ο πατέρας μου, συνειδητοποίησα κάτι που θα έπρεπε να ήταν προφανές: για πρώτη φορά δεν ήταν πια σωματικά παρών στη ζωή τη δική μου και των αδελφών μου. Ήθελα να τον διασώσω ως πατέρα — ή μάλλον ως έναν ιδιαίτερο τύπο πατέρα: έναν πατέρα μετανάστη.
Καθώς έγραφα, κατάλαβα ότι αν αφηγούμουν την ιστορία του αντίστροφα — από τον θάνατό του μέχρι τη στιγμή λίγο πριν γεννηθεί το πρώτο του παιδί, πενήντα χρόνια νωρίτερα — τότε θα έπαυε να είναι πατέρας και κατά συνέπεια δεν θα μπορούσε να πεθάνει ως πατέρας. Ξέρω ότι ακούγεται σαν μαγική σκέψη, αλλά με έναν παράξενο τρόπο ένιωθα πως η λογοτεχνία ίσως μπορούσε πραγματικά να τον σώσει. Και πιστεύω ότι κατά κάποιον τρόπο ακόμη το κάνει.
5. Με ποιους τρόπους επηρεάζει το έργο σας η ελληνική σας καταγωγή;
Έχω γράψει τρία μυθιστορήματα με ελληνική θεματολογία — Ο τελευταίος Έλληνας, Μισός Ήλιος και Μαίρη — τα οποία έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά. Κι όμως, ακόμη δεν είμαι βέβαιος με ποιον τρόπο η ελληνική καταγωγή μου από την πλευρά του πατέρα μου έχει επηρεάσει το έργο μου. Υπάρχει μέσα του, υποθέτω, μια γλυκόπικρη θλίψη, αλλά και θράσος. Ίσως αυτά τα δύο στοιχεία αρκούν για να δώσουν στην πρόζα μου — στο ύφος μου — κάτι το ελληνικό.
6. Τι σημαίνει για εσάς η λέξη «πατρίδα»;
Ως γιος ενός Έλληνα πατέρα και μιας Αυστριακής μητέρας, γεννημένος και μεγαλωμένος στη Σουηδία, που επιπλέον έχω περάσει τριάντα τέσσερα χρόνια της ενήλικης ζωής μου στο εξωτερικό — κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες και στη Γερμανία — κατανοώ τι σημαίνει η λέξη «πατρίδα», αλλά δυσκολεύομαι να τη συνδέσω με έντονα προσωπικά συναισθήματα.
Αν υπάρχει πατρίδα, τότε αυτή μάλλον είναι το γραφείο μου, το οποίο αντιλαμβάνομαι σαν ένα ιπτάμενο χαλί με τέσσερα πόδια. (Λυπάμαι — δεν εκδίδονται βίζες.)
7. Ποιος είναι ο ιδιαίτερος δεσμός που σας συνδέει με τη Ζαχάρω και πώς αποτυπώνεται στις αναμνήσεις σας;
Οι αναμνήσεις είναι πάρα πολλές. Θυμάμαι τον «σοφό» του χωριού, που περπατούσε ξυπόλυτος στην παραλία μέσα στο κατακαλόκαιρο φορώντας ένα βαρύ μαύρο μάλλινο κοστούμι και ζητούσε λίγα ψιλά ή κάτι να πιει. Θυμάμαι τον Βαγγέλη, που είχε τον κινηματογράφο στην πλατεία, εκεί όπου σήμερα ο Κούκιος απλώνει τα τραπέζια του. Θυμάμαι τα μπουκάλια της Fix και της Coca-Cola να τρέμουν πάνω στον μεταφορικό ιμάντα, στο κτίριο ανάμεσα στο ξενοδοχείο της Μπεμπέκας και το παλιό γυμνάσιο. Θυμάμαι τον σιδηροδρομικό σταθμό και τον θείο μου τον Ανδρέα να χαιρετά τα τρένα με τη σημαία του σταθμάρχη. Θυμάμαι το αφόρητα σκληρό γήπεδο, όπου παίζαμε ποδόσφαιρο με την ομάδα της Ζαχάρως απέναντι στην ομάδα του Κακοβάτου. Σήμερα, η γυναίκα μου κι εγώ περνάμε τις διακοπές μας στο σπίτι μας στον Κακόβατο, οπότε μάλλον έχω περάσει στην «άλλη ομάδα». (Τα συλλυπητήριά μου.)
8. Ποιες προκλήσεις αντιμετωπίσατε κατά την ακαδημαϊκή σας πορεία;
Καμία δεν με εξέπληξε τόσο όσο η απροθυμία των μεγαλύτερων συναδέλφων να ενθαρρύνουν τη δουλειά των νεότερων. Για εντελώς αχρείαστους λόγους, φαίνεται πως αισθάνονταν να απειλούνται από τους νεότερους και έτσι επιδίδονταν σε αυτό το απεχθές πράγμα που οι Γερμανοί αποκαλούν ausbremsen — να φρενάρεις δηλαδή μπροστά από ένα άλλο αυτοκίνητο, αναγκάζοντάς το να κόψει ταχύτητα.
9. Πώς διαχειρίζεστε τη διεθνή αναγνώριση και πώς έχει αλλάξει η καθημερινότητά σας από τότε που ξεκινήσατε να γράφετε;
Η διεθνής αναγνώριση είναι κάτι τόσο εύθραυστο και άπιαστο, ώστε ακόμη δεν μου έχει ζητηθεί να τη «διαχειριστώ». Αν και η ζωή μου έχει αλλάξει με αμέτρητους τρόπους — γάμος, πατρότητα, γκρίζα μαλλιά — οι καθημερινές μου συνήθειες δεν έχουν αλλάξει δραματικά από τότε που άρχισα να περνώ το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας μου μπροστά σε ένα γραφείο συγγραφής.
10. Ποιος είναι ο ρόλος της προσωπικής ταυτότητας στο έργο σας και πώς ισορροπείτε ανάμεσα στην ελληνική και τη σουηδική κουλτούρα;
Αν και δεν αποτελεί συνειδητό συγγραφικό πρόγραμμα, συχνά γράφω για εμπειρίες που δεν έχω ζήσει — και σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα μπορούσα καν να ζήσω. Για παράδειγμα, την εγκυμοσύνη ή τις ομόφυλες σχέσεις μεταξύ γυναικών.
Το πιο πρόσφατο μυθιστόρημά μου, που θα κυκλοφορήσει στη Σουηδία αυτό το φθινόπωρο, αφηγείται την ιστορία ενός κοριτσιού από το Αφγανιστάν, που ύστερα από ένα ταξίδι επτά χιλιάδων χιλιομέτρων μέσω Πακιστάν, Ιράν και Τουρκίας, καταφέρνει να περάσει στη Λέσβο και από εκεί συνεχίζει βόρεια μέσα από την Ευρώπη, φτάνοντας στο Βερολίνο το καλοκαίρι του 2016.
11. Ποια θέματα βρίσκονται στον πυρήνα της έμπνευσής σας;
Ίσως ακούγεται παράδοξο, αλλά η μετανάστευση παραμένει μια κεντρική — σχεδόν μόνιμη — μου ανησυχία. Η επιθυμία ίσως είναι ένας ακόμη λόγος για να γράφω και μου δημιουργεί μια ανεξήγητη μια αίσθηση απώλειας.
12. Υπάρχει κάποιο έργο σας που θεωρείτε το πιο προσωπικό;
Παρότι είναι γραμμένο στο τρίτο πρόσωπο ενικού, το Delandets bok — ή Το Βιβλίο της Μετάδοσης στα αγγλικά — ένα έργο πένθους σε λυρική πρόζα για την απώλεια της συντρόφου κάποιου, που αποτέλεσε και το πρώτο μου βιβλίο, ίσως παραμένει το πιο προσωπικό μου έργο.
13. Σε ποιο βαθμό έχει επηρεάσει η επιτυχημένη επαγγελματική σας πορεία την προσωπική σας ζωή;
Επιτυχημένη; Σας παρακαλώ! Με ένα πορτοφόλι τόσο άδειο όσο το δικό μου, δυσκολεύομαι να δω πώς η επαγγελματική μου ζωή θα μπορούσε να έχει επηρεάσει θετικά ή επιθυμητά την προσωπική μου.
14. Πόσο σημαντικό θεωρείτε να προβάλλεται ο ελληνικός πολιτισμός και το ελληνικό πνεύμα στο εξωτερικό μέσω της λογοτεχνίας;
Φτιαγμένη από γλώσσα, δεν γνωρίζω άλλη ανθρώπινη δραστηριότητα που να μπορεί να διατηρεί τόσο ενεργά — σαν εμπλουτισμένο ουράνιο, αλλά ελπίζω χωρίς τις αποκαλυπτικές του συνέπειες — τη δόξα και τη δυστυχία της ζωής με τρόπο τόσο συγκινητικό και ταυτόχρονα τόσο νευρικό, όσο η λογοτεχνία.
Αν ο ελληνικός πολιτισμός δεν θέλει να μείνει στη μνήμη μόνο για τις παραλίες, τα ερείπια και το ούζο του, τότε καλό θα ήταν να εμπιστευτεί τα πνευματικά του αποθέματα στη λογοτεχνία.
15. Τι συμβουλή θα δίνατε σε έναν νέο άνθρωπο που ονειρεύεται σήμερα να γίνει συγγραφέας;
Ορίστε μια χούφτα συμβουλές:
Αντίχειρας. Η σπονδυλική σας στήλη είναι ο καλύτερος σύμβουλός σας. Αν νιώθετε ένα εσωτερικό ρίγος, βρίσκεστε στον σωστό δρόμο.
Δείκτης. Μάθετε να αγαπάτε· μετά από αυτό, όλα είναι δυνατά.
Μεσαίο δάχτυλο. Ένα πρωινό, όταν η κόρη μου πήγαινε ακόμη στο νηπιαγωγείο, της φόρεσα τα ρούχα πολύ βιαστικά. «Ε!» φώναξε. «Πρόσεχε το σώμα μου! Υπάρχει ένας σκελετός μέσα στο σώμα μου!» Να φέρεστε στο κείμενό σας με τον ίδιο τρόπο.
Παράμεσος. Το όγδοο θανάσιμο αμάρτημα: η έλλειψη φαντασίας.
Μικρό δάχτυλο. Να είστε υπομονετικοί, υπομονετικοί, υπομονετικοί. Και να θυμάστε: δεν υπάρχει λογοτεχνία χωρίς το ερώτημα «Είμαι ένα τέρας ή μήπως αυτό σημαίνει να είσαι άνθρωπος;»
Άρης Φιορέτος

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου